Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2015

Πράγματα και γεγονότα

Ό,τι συμβαίνει είναι ο κόσμος για τον Wittgenstein, όχι ό,τι υπάρχει. Τα πράγματα υπάρχουν για τη σκέψη. Τα γεγονότα υπάρχουν για λογαριασμό τους. Αν μπορούμε να τα σκεφτούμε, τα γεγονότα, τότε ο ακίνητος κόσμος των πραγμάτων, στη συνείδησή μας, μπαίνει σε κίνηση. Δηλαδή αρχίζουμε να υπάρχουμε κι εμείς για τον κόσμο, όπως ούτως ή άλλως ο κόσμος των γεγονότων υπάρχει για εμάς, το σκεφτόμαστε ή όχι. Ο Wittgenstein ήξερε καλά το παιχνίδι της σκέψης, που παρουσιάζει τον κόσμο στη συνείδηση τελειωμένο ή και τέλειο, στην ομορφιά και την ασχήμια του. Η αισθητική του κόσμου δεν βρίσκεται στη μορφή του, όμως… Βρίσκεται στην αίσθησή του. Τα πράγματα έχουν μορφή. Τα γεγονότα έχουν αίσθηση.
Δυστυχώς σε περιόδους όπως αυτή, που ακινητεί πάλι η συνείδησή μας, ελλείψει σοβαρών γεγονότων, όπως αυτά της προηγούμενης περιόδου, σκεφτόμαστε πάλι πράγματα και όχι τα γεγονότα που υποστασιοποιούνται στη μορφή των πραγμάτων, τα γεγονότα που τα πράγματα προκάλεσαν, προκαλούν και θα προκαλούν. Για παράδειγμα, μας συνέχει πάλι η αντίληψη του “πράγματος Βαρουφάκη” και όχι η σκέψη του “γεγονότος Βαρουφάκη”. Εύλογα, από μία άποψη, αφού τα γεγονότα που παραπέμπουν στο πράγμα τα μαθαίνουμε αποσπασματικά, επεισοδιακά, χωρίς ειρμό και συνοχή. Αυτό δεν είναι δικαιολογία, πάντως, για να μη θέλουμε να σκεφτόμαστε τα γεγονότα.
Αν σκεφτούμε με όρους συμβάντων, θα αντιληφθούμε ότι ο Βαρουφάκης δεν είναι πια συμβάν. Ήταν. Ήταν το συμβάν που προέκυψε, συντελέστηκε, παρήλθε. Αν είναι να συνεχίσουμε να ασχολούμαστε μαζί του, θα μπορούσαμε να το κάνουμε για λόγους ιστορικής αναφοράς στα γεγονότα που πυροδότησε, στις συνέπειες που προκάλεσε. Αν έχουμε χρόνο, επίσης, από περιέργεια, μπορούμε να σκεφτούμε περαιτέρω το ποιος είναι στις εμφανίσεις που πραγματοποίησε ως “Βαρουφάκης - ατομικό γεγονός”.
Δεν έχουμε χρόνο, όμως. Τα γεγονότα δεν γράφουν πια το όνομα του Βαρουφάκη. Τα γεγονότα αφορούν στο πράγμα που συνεχίζει να φέρει το όνομα Ελλάδα, και κινδυνεύει να χάσει το προσωνύμιο “πατρίδα”. Ο Βαρουφάκης είναι, τώρα, ένα ψευδο-γεγονός, στο οποίο προβάλλονται οι προβολείς άμεσων και έμμεσων μετόχων του πολιτικού γίγνεσθαι, που προετοιμάζουν τα γεγονότα της επόμενης ημέρας. Για να απασχολείται ο λαός μέχρι αύριο, είναι πρόσφορο το θέαμα και το ακρόαμα του πρώην γεγονότος Βαρουφάκη. Όταν η αισθητική μου απασχολείται με μορφές, όμως, ξέρω ότι οι αισθήσεις μου υπολειτουργούν, η αντίληψή μου υποδέεται, η σκέψη μου ακινητεί. Αισθάνομαι όπως ο μετέωρος μπροστά στον κίνδυνο, που χάνει τη μάχη μαζί του.
Στο μεταξύ διάστημα δύο χτυπημάτων της Μοίρας, ο άνθρωπος αισθάνεται την εύνοια της ανάπαυλας. Επιβιώνεις απλώς, όμως, για να δεχθείς το δεύτερο χτύπημα. Εκείνο θα είναι σίγουρα πιο δυνατό, εσύ σίγουρα πιο αδύναμος, το τραύμα οπωσδήποτε βαθύτερο, ίσως μοιραίο… Το νόημα της δοκιμασίας σου βρίσκεται ήδη στο πρώτο πλήγμα. Ήσουν εκεί που “έπρεπε”, πρώτα, για να το δεχθείς. Αν, κιόλας, δεν το περίμενες, ήταν αυτό που χρειαζόταν για να γονατίσεις. Εκεί, σε αυτή τη βολική για τη Μοίρα θέση, θα περιμένεις τη δεύτερη ριπή του ανέμου που σε βρήκε μεσόστρατα, και σε λύγισε…

Αυτό ζει η Ελλάδα εν μέσω καύσωνος αυτή την περίοδο: τον ενδιάμεσο σταθμό της στην πορεία προς την επανάληψη των δεινών της. Τη φορά αυτή, μόνο, απουσιάζει η αθωότητα των Ελλήνων, η ωριμασμένη σε περίοδο πρωτόγνωρη, ανοίκεια, εκείνη που κατέληξε με την πρώτη μεγάλη σύγκρουση με την ιστορία μας στη μεταπολίτευση. Η αθωότητα είναι ο “μεγάλος χορηγός” της αντίληψης πραγμάτων αντί για γεγονότα. Τώρα πια, ωστόσο, μετά από την ανοχή που δεν μας έδειξαν τα γεγονότα, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να συνεχόμαστε από την ανοχή που, πλανώμαστε να πιστεύουμε, μας δείχνουν τα πράγματα. Ούτε αυτά θα μας ανεχθούν, πεσμένους αν μας βρει ο Σεπτέμβρης στο πεδίο μάχης των γεγονότων του Αυγούστου. Τώρα, υπέρτερα των πραγμάτων που δεν φέρουν το όνομα Ελλάδα, είναι τα γεγονότα!

 

Δευτέρα, 20 Ιουλίου 2015

Εφιάλτες...



Μπορεί, τελικά, η απηνής κριτική εναντίον του Α. Τσίπρα προσωπικά, της εσωτερικής του στο κόμμα αντιπολίτευσης και των αντιπολιτευόμενων έτερων πολιτικών δυνάμεων, να καρποφορήσει. Την Τετάρτη, ήδη, θα δοκιμαστεί η αντοχή της κυβέρνησης που επωμίστηκε το βάρος της αυτοδιάψευσης για να μη δοκιμαστούν δεινά οι Έλληνες. Μπορεί, πράγματι, η κυβέρνηση να υποκύψει στο μοιραίο, μετά το εσωκομματικό τραύμα και τη γάγγραινα που προχωρεί με γρήγορο ρυθμό.
Και μετά; Θα αρκέσει, φαντάζομαι, στο εσωκομματικό κατεστημένο της αναρχοαυτόνομης πλατφόρμας η αποτυχία του πρώην συντρόφου πρωθυπουργού και η ανάδειξη της δικής τους αφήγησης περί «αριστεράς στα πεζοδρόμια», εκεί που θα περιμένουν πάλι οι συνταξιούχοι για κάποιες – λίγες – δεκάδες Ευρώ. Δεν καταλαβαίνουν, προφανώς, οι επαναστάτες ενάντια στην ίδια τους την εξουσία, ότι δεν θα υπάρχει επόμενη μέρα ούτε γι’ αυτούς.
Ποιο θα είναι το ακροατήριό τους; Ποιοι βραδυπορούντες γέροντες και γερόντισσες θα σκεφτούν ξανά να εμπιστευτούν μια αριστερά που δεν θέλει την εξουσία, που δεν ξέρει τι να την κάνει; Ποιοι άνεργοι θα θελήσουν να ξανα-ελπίσουν σε καλύτερες μέρες, όταν εκείνες που θα έλθουν θα είναι χειρότερες; Ποιοι εργαζόμενοι θα τολμήσουν να επαναλάβουν τη στήριξη σε ελκυστικούς μεν επαναστάτες, που όμως εγκαταλείπουν το λάβαρο της επανάστασης όταν φυσήξει πιο δυνατά ο αέρας; Κανείς…
Η αριστερότερη φράξια, επομένως, θα περιοριστεί στο διηνεκές σε προκηρύξεις επαναστατικής έμπνευσης, που θα αδειάζει στους δρόμους νύχτα… Ίσως αρκετοί από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. να αισθάνονται καλά έτσι. Εκεί θα επιστρέψουν, ούτως ή άλλως, σίγουρα. Εν τω μεταξύ η Ελλάδα πρέπει κάπου να πάει, στο άμεσο και στο απώτερο μέλλον. Εκείνοι δεν θα την πάνε πουθενά, φυσικά!
Μαζί με αυτούς, όμως, τους εκ πεποιθήσεως αντιρρησίες χωρίς πρόταση, θα ξεθωριάσει και το όραμα, στο συλλογικό ασυνείδητο της καθημαγμένης ελληνικής κοινωνίας, για μια αριστερά με πρόταση. Είναι αυτό που, πιθανόν, δεν θα δούμε να εκτυλίσσεται ως πολιτική πραγματικότητα και ως κοινωνική ζωή στην Ελλάδα του παρόντος και του μέλλοντός μας. Τα ένστικτα, δυστυχώς, του πολιτικού αριβισμού είναι ασυγκράτητα, και μάλιστα όψιμων πολιτικών, όπως ο Γ. Βαρουφάκης. Κακό δεν είναι να προσπαθείς και να αποτυγχάνεις. Είναι προβληματικό, όμως, να προσπαθείς, να αποτυγχάνεις και να θεωρείς ότι πέτυχες επειδή αποποιείσαι την προσπάθεια και την αποτυχία σου. Είναι παλινδρόμηση σε στάδια της πρώιμης ανθρώπινης ανάπτυξης. Εκτός κι αν κάποιοι τα στάδια αυτά δεν τα ξεπέρασαν ποτέ…
Στην περίπτωσή μας, της Ελλάδας εννοώ, δεν θα ήταν κακό να προσπαθήσει η ελληνική κυβέρνηση να διαχειριστεί την τύχη της χώρας με μνημόνιο, πράγματι, αλλά εναλλακτικά. Γιατί αυτό υπόσχεται. Κακό θα ήταν να μη δοθεί στην κυβέρνηση αυτή η ευκαιρία να το προσπαθήσει. Ο λόγος είναι απλός. Η «εναλλακτική», θα τη δούμε να επαναλαμβάνεται ίσως, είναι να αναλάβουν τη διεκπεραίωση του μνημονίου εκείνοι που ήδη γνωρίζουμε πώς εφαρμόζουν τα μνημόνια. Δυσκολεύομαι να καταλάβω πώς ο λαός θα θελήσει να κυβερνηθεί από εκείνους, ή παρόμοιους, στους οποίους αρνήθηκε το προνόμιο να τον κυβερνούν, επειδή το καταχράστηκαν με τον τρόπο που το έκαναν.
              Κι όμως! Τίποτα δεν είναι απίθανο. Η επιχείρηση αποδόμησης, από κάθε πλευρά, του Α. Τσίπρα έχει αρχίσει. Θα βρει έδαφος στο θυμικό – για μια ακόμα φορά – των Ελλήνων. Τη θέση του ονείρου, που θα διακοπεί απότομα, θα πάρουν οι εφιάλτες μας, που ξέρουμε, των τελευταίων πέντε τουλάχιστον δεκαετιών. Είναι επικίνδυνο να συνηθίζουμε τους εφιάλτες μας και να μη θέλουμε να ξέρουμε τα όνειρά μας. Γίνεται ο άνθρωπος, στο τέλος, ο ίδιος του ο εφιάλτης, που θέλει οπωσδήποτε, και το επιδιώκει, να τελειώσει…

Παρασκευή, 17 Ιουλίου 2015

Ελπίδα

Τίποτα δεν θυμίζει, σήμερα, όσα έλαβαν χώρα στην Ευρώπη και την Ελλάδα πριν λίγες ημέρες. Η Ευρώπη, η πρώην ανθελληνική, είναι σήμερα ύψιστα αλληλέγγυα. Αυτό καταδεικνύει ότι δεν εννοούσε κανένας – ούτε η Γερμανία – τα περί οριστικής απομόνωσης της Ελλάδας. Όλοι ήξεραν τις κρίσιμες προθεσμίες, οι “εταίροι” και εμείς. Με αυτές παιζόταν το παιχνίδι της διαπραγμάτευσης. Η Ελλάδα πίεζε με τα ληξιπρόθεσμα χρέη της του Ιουλίου, και οι “εταίροι” με τη στέρηση της χρηματοδότησης των ελληνικών τραπεζών. Θα κέρδιζε εκείνος που θα άντεχε περισσότερο. Θα ήταν οι “εταίροι”, που θα έσκαγε στα χέρια τους η αδυναμία της Ελλάδας να αποπληρώσει τα χρέη της; Ή θα ήταν οι Έλληνες, που η οικονομία τους βούλιαζε καθημερινά στη δυσχέρεια της έλλειψης της ρευστότητας; Τι ήταν πιο σοβαρό;
Αποδεικνύεται ότι πιο σοβαρή ήταν η πίεση που ασκούσε η Ελλάδα. Δεν εξηγείται διαφορετικά η “παράπλευρη” διαρροή της έκθεσης του Δ.Ν.Τ. για τη μη βιωσιμότητα του χρέους. Ήταν ο λόγος που το κείμενο της προκαταρκτικής συμφωνίας έκλεισε με τη μνεία στην αναδιάρθρωση του χρέους, που τώρα πια γίνεται σοβαρή και έντονη συζήτηση.
Στη διελκυστίνδα αυτή, που τραβούσε από τη μια η Ελλάδα και από την άλλη η Ευρώπη, οι δύο παίκτες δοκίμασαν τις δυνάμεις τους. Η Ευρώπη δοκίμασε την πολιτική της αντοχή, η Ελλάδα την οικονομική της. Οι Γερμανοί ήλπιζαν ότι θα εξοντώσουν οικονομικά την Ελλάδα, για να συνθηκολογήσει. Η ελληνική κυβέρνηση ήλπιζε ότι θα εξαντλήσει πολιτικά την Ευρώπη, για να υποχωρήσει. Και οι δύο παίχτες κατάλαβαν ο ένας τη δύναμη του άλλου. Γι’ αυτό, ταυτόχρονα, χαλάρωσαν την έλξη που ασκούσαν, και τώρα μοιάζουν και οι δύο να έχουν αφήσει το σκοινί στο έδαφος.
Προς το παρόν οι αντίπαλοι θα ανασυνταχθούν. Θ’ αρχίσουν πάλι να τεντώνουν το σκοινί αφού προετοιμαστεί καθένας κατάλληλα: οι Ευρωπαίοι ν’ αντέχουν την πολιτική πίεση, οι Έλληνες την οικονομική. Οι “εταίροι” έδωσαν στους Έλληνες την ευκαιρία να αναπνεύσουν οικονομικά. Οι Έλληνες στους “εταίρους” την ευκαιρία να αναπνεύσουν πολιτικά.
Για να κρίνουμε ποιος βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση, πρέπει να μπορέσουμε να σκεφτούμε πώς είναι πιθανό να εξελιχθούν τα πράγματα για τα δύο στρατόπεδα στο άμεσο μέλλον. Ο Α. Τσίπρας έβαλε την υποθήκη της πολιτικής αποδόμησης των συντηρητικών διαχειριστών του οικονομικού κατεστημένου στην Ευρώπη. Η προοπτική της ευνοϊκής για την Ελλάδα πολιτικής αλλαγής στην Ευρώπη είναι μεσομακροπρόθεσμη. Η προοπτική της οικονομικής ανάκαμψης στην Ελλάδα το ίδιο.
Ευχής έργο, από την άποψη αυτή, είναι να συμπέσει η πολιτική αλλαγή στην Ευρώπη με την αρχή της οικονομικής ανάκαμψης στην Ελλάδα. Και τα δύο τα θεωρώ πολύ πιθανά. Αν ευοδωθεί η πρόβλεψη αυτή, ο Α. Τσίπρας θα έχει συμβάλει στην πολιτική αλλαγή στην Ευρώπη, και θα έχει δρομολογήσει την εναλλακτική οικονομική ανάπτυξη στην Ελλάδα. Στο δεύτερο πεδίο, ο Έλληνας πρωθυπουργός δεν θα περιοριστεί στη διαχείριση της οικονομικής ασφυξίας, όπως οι παραδοσιακοί μνημονιακοί διαχειριστές του φαύλου κύκλου της ύφεσης εξαιτίας της λιτότητας και του υπερβολικού δανεισμού. Στο πρώτο πεδίο, ο Α. Τσίπρας θα είναι διαρκώς παρών και στην Ευρώπη, στα γνώριμα πια γι’ αυτόν εδάφη, είτε με τη φυσική είτε με τη συμβολική του παρουσία.
Αυτό το αισιόδοξο σενάριο οπωσδήποτε με εκθέτει στην ίδια αφοριστική κριτική που εκτίθεται κάθε αισιόδοξη σκέψη, ακόμα και των ίδιων της των εμπνευστών. Η αφοριστική κρίση, όμως, είναι ενδεικτική για την τάση εκείνων που την αρθρώνουν να διατρέχουν απνευστί το μέλλον για να προλάβουν να επιστρέψουν γρήγορα στο παρελθόν, εκείνο που σε κανέναν δεν αρέσει. Για τους Έλληνες το στοίχημα, θεωρώ, είναι το εξής: στο τρένο που ξεκίνησε αυτές τις μέρες, πάλι, για την Ευρώπη, να βάλουμε ο καθένας κάτι από την Ελλάδα που δημιουργεί, που αντιστέκεται στην απαισιοδοξία…

Γιατί μέχρι τώρα δεν λειτούργησε έτσι; Οι Έλληνες είχαν πάψει να ελπίζουν. Αισθάνονταν πως ό,τι κι αν έκαναν δεν απέδιδε καρπούς. Η ηγεσία τους δεν τους ενέπνεε. Και τώρα; Τώρα θα έχουν να ελπίζουν ότι η ηγεσία τους ελπίζει. Ελπίζει; Οι επόμενες ημέρες και μήνες θα το δείξουν. Αν ο Α. Τσίπρας ελπίζει σε μια Ελλάδα καθαρή από την τοξική απελπισία των προηγούμενων πέντε τουλάχιστον χρόνων, οι Έλληνες θα το καταλάβουν!

Τετάρτη, 15 Ιουλίου 2015

Η εσωτερική αντιπολίτευση

Το στίγμα της εσωτερικής αντιπολίτευσης, από τα σπλάγχνα και τα άκρα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., το έδωσε ο Γ. Βαρουφάκης, ο πρώην υπουργός Οικονομικών, πριν από λίγο στη Βουλή. Τόνισε ότι όφειλε, πρωτίστως, στην τελευταία φάση της διαπραγμάτευσης, στην οποία ο ίδιος παραιτήθηκε, να έχει διασφαλιστεί η αναδιάρθρωση του χρέους, και μετά να συζητηθούν με τους δανειστές οποιαδήποτε μέτρα για την οικονομία. Αυτά που συμφωνήθηκαν και συζητιούνται τώρα στη Βουλή, είπε ο Βαρουφάκης, αν και επονείδιστα, δεν θα είναι αρκετά για να ανακάμψει η ελληνική οικονομία, και να μπορέσει το ελληνικό κράτος να αποπληρώσει το μεγάλο πακέτο χρηματοδότησης που θα πάρει από την Ευρώπη. Αυτά από τον άνθρωπο που δήλωσε με επιστολή του ότι θα ψήφιζε ΝΑΙ αν ήταν στη Βουλή την προηγούμενη Παρασκευή (15/07), και δεν απουσίαζε με μια δικαιολογία στα όρια της ανοχής της νοημοσύνης όλων των Ελλήνων.
Προς επίρρωση της “παλληκαριάς” αυτής, ήλθε η “εμπνευσμένη” επιστολή 109 μελών της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., τα οποία αντιδρούν στην πολιτική του πρωθυπουργού. Είναι πρόδηλο το σύνδρομο που κατατρύχει αυτή την αριστερή κυβέρνηση. Δεν κατάλαβε η βάση του κόμματος ότι το κόμμα τους βρίσκεται στην κυβέρνηση. Δεν το κατάλαβαν και αρκετοί – θα δούμε πόσοι – βουλευτές. Δεν το κατάλαβαν ακόμα και υπουργοί. Πρόκειται για την παιδική ασθένεια της αριστεράς, από την οποία αρκετοί αριστεροί – οπωσδήποτε εκείνοι του Κ.Κ.Ε. – έχουν αποφασίσει ότι δεν θα απαλλαγούν ποτέ και θα τη φέρουν πάνω τους μια ολόκληρη ζωή. Είναι η ασθένεια της δυσανεξίας στην ευθύνη. Τα έδρανα της αντιπολίτευσης είναι αρκετά ψηλά για να κρύβονται σκυφτοί από κάτω οι αριστεροί που αρνούνται να φέρουν την ευθύνη της συναλλαγής με την πραγματικότητα.
Το ΟΧΙ της εσωτερικής αντιπολίτευσης στη συμφωνία που συζητιέται στη Βουλή σήμερα, θα σημάνει την επιβεβαίωση του δεινού συνδρόμου της αδυναμίας να σκεφτούν αρκετοί αριστεροί τον εαυτό τους στη θέση των κρινομένων για αποφάσεις, πράξεις, αποτυχίες. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Δεν υπάρχει, φυσικά, βολικότερη θέση εξουσίας από εκείνη στην οποία οι κριτές δεν εκτίθενται σε κρίση για οτιδήποτε που κάνουν αλλά μόνο για εκείνα που λένε. Είναι ο λόγος τους ενάντια στις πράξεις των άλλων.
Άλλαξαν, όμως, τώρα τα πράγματα. Η Ριζοσπαστική Αριστερά βρέθηκε στην εξουσία. Η συμφωνία που έφερε ο Α. Τσίπρας από τις Βρυξέλλες δεν εξομοιώνει την αριστερή διακυβέρνηση με τη δεξιά. Αν αυτό νομίζουν εκείνοι που θα ψηφίσουν ΟΧΙ απόψε, τότε δεν αντέχουν στην ιδέα να κληθούν να διαχειριστούν ως αριστεροί τη συγκυρία της οικονομικής αδυναμίας της Ελλάδας να ανασυντάξει το μέλλον της. Οι αιτίες, συμφωνώ μαζί τους, για την οικονομική δυσχέρεια, είναι γέννημα του συστήματος που καταγγέλλουν. Σε αυτό το οικονομικο-κοινωνικό σύστημα, όμως, καλούνται να δώσουν τη μάχη για την Ελλάδα. Άλλωστε, αν δεν υπήρχε το αντίπαλο δέος του καπιταλισμού και της νεοφιλελεύθερης λαίλαπας δεν θα είχαν λόγο να υπάρχουν ως αριστεροί.

Όταν οι ίδιοι αρνούνται να διαχειριστούν τις συνθήκες που επιχειρεί να επιβάλει το σύστημα που αντιμάχονται, τότε, όπως είπα, υποχωρούν μπροστά στον κίνδυνο. Τι σημαίνει αυτό, όμως; Αφήνουν την Ελλάδα ανυπεράσπιστη στις ορέξεις των παλαιών διαχειριστών του συστήματος, που καραδοκούν. Αν “καταφέρουν”, λοιπόν, και ναρκοθετήσουν το ήδη ολισθηρό έδαφος που προσπαθεί να πορευθεί η κυβερνητική αριστερά τώρα, και διασπάσουν το μέτωπο που προτάσσει ο Α. Τσίπρας στον παγκόσμιο ιστό των δυνάμεων που αλώνουν το κοινωνικό κεφάλαιο ανεπτυγμένων και μη χωρών, τότε σύντομα θα χάσουν και τη βολική θέση της εξουσίας της αντιπολίτευσης. Αν διασπαστεί τώρα ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αν ακρωτηριαστεί, τα μέλη του θα σκορπίσουν και θα γίνουν ανυπόληπτες μικρές ομάδες παθολογικά διαφωνούντων. Ίσως ένα από αυτά τα μέλη να έχει αρχηγό τον οικονομολόγο που θέλησε να γίνει πολιτικός χωρίς να προσφέρει στην Ελλάδα τίποτε, παρά μόνο τη θεωρία του. Όπως αποδείχθηκε, ακόμα μια φορά, η Ελλάδα χρειάζεται πράξεις, και μάλιστα γενναίες. Γι’ αυτές μία θεωρία χρειάζεται: εκείνη που καταργεί όλες τις θεωρίες που εμποδίζουν την πράξη…    

Τρίτη, 14 Ιουλίου 2015

Αναξιόπιστος;



Οι τελευταίες διαπραγματεύσεις με τους Ευρωπαίους εταίρους προσέκρουαν με εκκωφαντική βοή στην εμπιστοσύνη που ούρλιαζαν ότι δεν είχαν οι εταίροι στον Έλληνα πρωθυπουργό. Τίτλος τιμής, πρέπει να πω, για εκείνον στον οποίο αποδίδεται: η απιστία του Α. Τσίπρα σ’ εκείνους που ήθελαν να αποδείξουν στους Έλληνες ότι ο πρωθυπουργός τους είναι αναξιόπιστος! Η απιστία αυτή είναι συνώνυμο της εξυπνάδας. Η πίστη θα ήταν συνώνυμο της ανοησίας ή της απάτης. Μέγα δείγμα της “αναξιοπιστίας” του Α. Τσίπρα, ήταν ότι ρώτησε τους Έλληνες αν ήθελαν να υποστούν τα μέτρα που ήταν να παρθούν ερήμην τους.
             Η χθεσινή συμφωνία τι κατέδειξε; Ότι ο Α. Τσίπρας πρόδωσε την εμπιστοσύνη των Ελλήνων; Ένα τέτοιο συμπέρασμα είναι εύκολο να εξαχθεί. Αυτόματα γίνεται η συνεπαγωγή: δήλωσε πίστη ο πρωθυπουργός της Ελλάδας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, γυρίζοντας την πλάτη στους εντολείς του τού 61% στο δημοψήφισμα. Αυτό θα ισχυριστούν και δικοί του, “σύντροφοι” που θα τον υποσκάψουν για να προβληθούν. Δεν το ισχυρίζονται οι αντίπαλοί του, όμως. Αν παραμείνει πρωθυπουργός θα βρεθεί στη θέση που βρίσκονταν οι ίδιοι όταν νομοθετούσαν τα μνημόνια στα οποία εκείνος αντιδρούσε.
             Θα εισηγηθεί, λοιπόν, ο Α. Τσίπρας μνημονιακούς, επαχθείς νόμους; Θα “τιμήσει” τη συμφωνία που έκανε με τους “εταίρους”, φαινομενικά αναιρώντας την ίδια του την ταυτότητα, την οποία σμιλεύει χρόνια τώρα, με τελευταίο εργαλείο το δημοψήφισμα και το ΟΧΙ; Θα δώσει την εντύπωση ότι αυτός, ο αριστερός πρωθυπουργός, γίνεται δεξιότερος των δεξιών προκατόχων του, παίρνοντας μέτρα εναντίον του λαού που τον εμπιστεύτηκε; Όλοι θέλουν να το κάνει! Οι αντίπαλοι του ομολογημένα, για λόγους που αφορούν στην ύπουλη στρατηγική τους. Και οι υποστηρικτές του, όμως, συγκεκαλυμμένα αυτή την επιθυμία έχουν. Σε αυτή τη βούληση υπάκουσε ο Α. Τσίπρας, των υποστηρικτών του.
             Γιατί, ποιοι από εκείνους που τον ψήφισαν θα ήθελαν στα σοβαρά να προχωρήσει σε ρήξη με τους “εταίρους”; Τι θα έλεγαν γι’ αυτόν τότε; Ότι οδήγησε την Ελλάδα στην καταστροφή. Ότι τους στέρησε τις συντάξεις, τα επιδόματα, τους μισθούς τους, τις καταθέσεις τους. Πόσοι ήταν αποφασισμένοι να υποστούν αυτές τις συνέπειες; Ποια θα ήταν η αξιοπρέπεια των Ελλήνων αν έπρεπε να καταριούνται τον ηγέτη τους και να ευγνωμονούν εκείνους που τον εξευτέλισαν για την ανθρωπιστική βοήθεια που θα τους έδιναν; Πότε ο αντίπαλος, η εξαγριωμένη καθεστωτική Ευρώπη θα είχε περισσότερη ισχύ; Τώρα, που εμφανίζεται ότι επέβαλε σκληρά μέτρα στους Έλληνες μέσω ενός αριστερού πρωθυπουργού, ή στην περίπτωση που θα διέλυε τη διακυβέρνησή του, και τα χρήματα που θα έδινε σε αυτόν για να συνεχίσει να κυβερνά τα έδινε “κατευθείαν” στους Έλληνες; Ποιο ελληνικό καθεστώς θα διαδεχόταν τότε τη διακυβέρνηση του Α. Τσίπρα; Δεν θα επανέρχονταν στην εξουσία όσοι οδήγησαν τα πράγματα, σε συνεργασία με τον ευρωπαϊκό Άξονα, σε αδιέξοδο;
              Υπό τις περιστάσεις, λοιπόν, στη μάχη όπως εξελίχθηκε τις τελευταίες ημέρες, η χθεσινή συνθηκολόγηση ήταν επιβεβλημένη. Στη μεγάλη επίθεση που εξαπέλυσε η Ελλάδα με το δημοψήφισμα, οι αντίπαλοι απάντησαν με την τάφρο που κάλυπταν μέχρι την τελευταία στιγμή. Τι έπρεπε να κάνουμε; Να πέσουμε μέσα; Ήταν επιβεβλημένο να σταματήσουμε μπροστά στο χάος που ανοιγόταν κάτω από τα πόδια μας. Με τον τρόπο αυτό θα κρατήσουν οι Έλληνες τις δυνάμεις τους αλώβητες, και τη δυναμική που τους οδήγησε στην προέλαση του δημοψηφίσματος.

              Όλα τα ενδεχόμενα θα παραμείνουν ανοιχτά. Το ζητούμενο είναι, τώρα, ο χρόνος που θα χρειαστεί η κυβέρνηση και οι πολίτες να επαναπροσδιορίσουν τη στρατηγική τους. Όσο έχω μπορέσει να καταλάβω την πολιτική ταυτότητα του Α. Τσίπρα, χρόνο θέλει να κερδίσει, έδαφος στέρεο να βρεί, δεξιά ή αριστερά της τάφρου, για να επιτεθεί ξανά. Οι επόμενες ημέρες είναι κρίσιμες. Οι εγχώριοι συνήγοροι των εξωτερικών αντιπάλων βρίσκονται πίσω του, και από τον λαό του ΟΧΙ, και τεχνηέντως ωθούν το στράτευμα και τον αρχηγό του στην τάφρο. Αυτοί πρέπει να πέσουν στην τάφρο της ανυποληψίας των Ελλήνων. Είναι η ηπιότερη απάντηση που θα μπορούσαν να δώσουν οι Έλληνες στο θράσος τους. Υπάρχουν, όμως, και σκληρότερες…

Σάββατο, 11 Ιουλίου 2015

Πόλεμος!



Στον πόλεμο το τέλος έρχεται με την εξόντωση του αντιπάλου. Η μάχη αυτή, του Σαββατοκύριακου, θα ήταν η τελευταία για την Ελλάδα. Ο Α. Τσίπρας και οι συν αυτώ θα κείτονταν, αύριο το βράδυ, πολιτικά νεκροί. Τα παράπλευρα, βιολογικά θύματα του πολέμου, θα ήταν εκατομμύρια Έλληνες, που θα ανέθεταν τις ελπίδες τους στην “ανθρωπιστική βοήθεια” των πρώην εταίρων. Ο ύψιστος εξευτελισμός! Να εξαρτάσαι για τη ζωή σου από εκείνους που “σκότωσαν” τους “προστάτες”, τους πολεμιστές σου.
                 Αυτά, φυσικά, είναι έθος για τους Ευρωπαίους: βόρειους, δυτικούς, ανατολικούς, νοτιοδυτικούς, νότιους μέχρι το κέντρο. Είναι ο λόγος που δεν ταιριάζουμε, οι νοτιοανατολικοί Ευρωπαίοι, μαζί τους. Στη μάχη μας “εναντίον” τους, αυτό που διεκδικούσαμε ήταν όχι η εξόντωσή τους. Θα ήταν αδύνατο να το πετύχουμε και ούτε θα το θέλαμε. Αυτό που ζητούσαμε ήταν η διαφοροποίηση της στρατηγικής τους απέναντί μας: να χαλαρώσουν τον κλοιό τους, για να γλυτώσουν τα γυναικόπαιδα και οι ηλικιωμένοι, να μην αρχίσουν και εκείνοι να αυτοκτονούν.
                Δεν ήταν εφικτή μια τέτοια συνθηκολόγηση σ’ αυτόν τον πόλεμο. Ή έπρεπε ο αριστερός αντίπαλος να παραδοθεί ή θα έπαιρνε μαζί του στο χάος έναν ολόκληρο λαό. Καθαρός εκβιασμός, “έντιμος”. Ποιος αντέχει μια τέτοια ευθύνη, ένα τέτοιο κρίμα. Μόνο οι “δωρεάν” επαναστάτες, που τους καλύπτουν οι αποφάσεις των υπόλοιπων…
                Δεν έχουμε σχέση οι Έλληνες με την άλλη Ευρώπη. Αυτό κατάλαβε ο Α. Τσίπρας στο τέλος. Δεν ξέρω αν ο Γ. Βαρουφάκης το κατάλαβε ακόμα, που θεωρούσε ότι “στην Ευρώπη δεν υπάρχουν αδιέξοδα”. Οι υπόλοιποι στην Ευρώπη, από την Αλβανία μέχρι τις σκανδιναβικές χώρες, κι από τη Σλοβακία μέχρι την Αγγλία, έχουν συνηθίσει με την αποφορά του θανάτου που προκαλούν οι ίδιοι σε άλλους, στους ξένους. Ο ατομισμός του μακελάρη είναι εθιστικός. Στο τέλος εκτελούν χωρίς να ξέρουν γιατί. Το κάνουν με φυσικό τρόπο, όπως τα γερμανικά και ιταλικά τάγματα στην Ελλάδα στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Έμαθαν και τους Έλληνες να το κάνουν μετά, στον Εμφύλιο.
                Είναι άλλο να σε βάζουν να το κάνεις, όμως, και άλλο να το κάνεις επειδή έτσι ζεις. Πόσοι Έλληνες θα υπάκουαν στα κελεύσματα ενός Έλληνα, αν μπορούσε να υπάρξει, Χίτλερ; Οπωσδήποτε όχι οι ορδές που υπάκουσαν στον “γνήσιο”. Τι θα στοίχιζε στους Ευρωπαίους “ηγέτες” να συζητήσουν στη βάση μιας πρόθεσης να κάνουν φίλο τον μικρό τους εχθρό; Τον καλόβολο, κατά τα άλλα, Έλληνα αριστερό; Τι θα έχαναν; Δεν το σκέφτηκαν καν. Δεν θα μπορούσαν να το σκεφτούν. Σκέφτονται αλλιώς εκείνοι: “αυτός που δεν αναγνωρίζει την εξουσία μας, δεν πρέπει να υπάρχει.”
                Εκείνος, λοιπόν, που τόλμησε να αμφισβητήσει την καλά εγκατεστημένη εξουσία στην Ευρώπη, έπρεπε να ταπεινωθεί, για να διασώσει ως ηγέτης τον λαό του. Δεν είμαι σίγουρος ότι φθάνει αυτό. Δεν είμαι σίγουρος ότι θα του χαρίσουν τη ζωή, και μαζί στους Έλληνες. Όλοι όσοι έσπευσαν, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, να μιλήσουν για ήττα του Έλληνα πρωθυπουργού, για εξευτελισμό του, για προσγείωση στην πραγματικότητα, ακόμα και για προδοσία, παρέχουν άλλοθι στους επίδοξους συντελεστές μιας σύγχρονης γενοκτονίας του Ελληνισμού. Η απόφαση του Α. Τσίπρα να οπισθοχωρήσει είναι απόφαση που θα έπαιρναν όλοι στη θέση του, ακόμα και εκείνοι που ως υπουργοί ή βουλευτές του τώρα διαφωνούν. Δεν αναφέρομαι στους άλλους, φυσικά, εκείνους που αυτόματα αναγνωρίζουν την εξουσία των έξωθεν κυριάρχων. Εκείνοι δεν θα μπορούσαν μία μέρα να ζήσουν την αγωνία του Α. Τσίπρα.

                Ας μη σπεύδουν να χαρούν, ωστόσο. Ό,τι ενέκριναν ως ελληνική πρόταση χθες, είναι αυτό ακριβώς: μια πρόταση. Ποιος λέει ότι θα γίνει αποδεκτή; Πώς θα αντιδράσει ο Α. Τσίπρας αν δεν γίνει αποδεκτή; Στην πραγματικότητα βρίσκεται στο εξής δίλημμα, για πολλοστή φορά: να δεχθεί αλλαγές για τις οποίες θα ντρέπεται, προκειμένου να συνεχίσει να κυβερνά, ή να παραιτηθεί; Μήπως αυτό είναι το σενάριο που θα εκτυλιχθεί μπροστά στα ταλαιπωρημένα μάτια των Ελλήνων; Μήπως σκοπός της άρχουσας ευρωπαϊκής τάξης είναι αυτός που έχει δηλώσει από την αρχή; Να λήξει ο βίος της αριστερής διακυβέρνησης; Κι αν γίνει αυτό; Δεν θα ξαναγίνουν εκλογές στην Ελλάδα; Κι αν ξαναγίνουν, ποιος λέει ότι δεν θα επανέλθει ο Α. Τσίπρας ως πρωθυπουργός; Τόσο μακριά η σκέψη τους, φυσικά, δεν πάει. Κανενός εκτελεστή, άλλωστε. Όταν πέσει το κεφάλι, σκέφτεται, δεν ξανασηκώνεται… Λάθος! Αυτά τα λάθη, φυσικά, οι Ευρωπαίοι, από τη ρωμαιοκρατία μέχρι σήμερα, τα ανακαλύπτουν εμπειρικά. Οι Έλληνες, μόνο, τα σκέφτονται από πριν. Αν τους αφήσουν, φυσικά, οξυγόνο για να σκέφτονται…

Τρίτη, 7 Ιουλίου 2015

Αιδώς!


 

Από το πρόσφατο δημοψήφισμα δεν πρέπει να χαθεί η ανάμνηση. Πρέπει να θυμούνται οι Έλληνες που το έζησαν και εκείνοι που θα έλθουν, και δεν θα ξέρουν τι ακριβώς έγινε, ότι στην ελληνική ιστορία υπάρχει ένα δεινό σύνδρομο, που κατατρύχει τον πάσχοντα ελληνισμό τα τελευταία διακόσια χρόνια. Από την επανάσταση του 1821 και εντεύθεν, στο σύγχρονο ελληνικό κράτος, η πλειοψηφία των Ελλήνων πολιτικών στέκεται απέναντι στη βούληση του λαού. Πρόκειται, είμαι σίγουρος, για κατάλοιπο του προνομιακού καθεστώτος που απολάμβαναν οι προύχοντες στη διάρκεια της υποτέλειας της ελληνικής επικράτειας στην τουρκική αυτοκρατορία. Οι ευνοημένοι της υποδούλωσης του ελληνικού λαού, οι οικονομικά ισχυροί και οι κατά τόπους επιτετραμμένοι, ακόμα και οι “υπεύθυνοι” για τη θρησκευτική κατήχηση των ανθρώπων, δεν λογοδοτούσαν στο κοινωνικό σώμα που εξουσίαζαν (οικονομικά, κοινωνικά, πνευματικά) αλλά σ’ εκείνους που τους είχαν δώσει το δικαίωμα να το εξουσιάζουν. Αυτό δεν σταμάτησε, μέχρι σήμερα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έπαιξε, για την Ελλάδα, το ρόλο που έπαιζε η τουρκική κατοχή. Πολιτικοί στην Ελλάδα, οικονομικοί και κοινωνικοί ταγοί κάθε είδους, λογοδοτούν κατευθείαν στην υπέρτερη εξουσία της ευρωπαϊκής άρχουσας ελίτ. Όπως η Ελληνική Επανάσταση ήταν δυσάρεστη για τους Έλληνες ταγούς των Ελλήνων στην τουρκοκρατία, έτσι και η επανάσταση του “ΟΧΙ” στο δημοψήφισμα είναι απεχθής για όσους έλκουν την αίγλη τους από τη σύγχρονη ξενοκρατία.
Και το άλλο “ΟΧΙ”, φυσικά, μην το ξεχνάμε, της αντίστασης στον Άξονα στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, δυσαρέστησε πολλούς, εγχώριους και εξωτερικούς διαχειριστές της τύχης του ελληνισμού. Η ελληνική αντίσταση στις φασιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη δεν έγινε ανεκτή για πολύ, ούτε και από τους Ευρωπαίους που ευνοήθηκαν τα μέγιστα από αυτή, κυρίως από τους Άγγλους. Ο ελληνικός λαός έπρεπε να αντισταθεί τόσο όσο να εξυπηρετήσει τα σχέδιά τους. Οπωσδήποτε, όμως, δεν έπρεπε να είναι εντελώς ελεύθερος! Έπρεπε να επιστρέψει γρήγορα στο καθεστώς υποτέλειας και εξάρτησης από τους ξένους.
Έτσι και σήμερα. Υπάρχει ένα ιδιαίτερο είδος πολιτικών και δημοσιολόγων στην Ελλάδα, που διεκδικεί μια ιδιότυπη ανωτερότητα απέναντι στην πλειοψηφία των ανθρώπων που κάνουν την Ελλάδα αυτό που είναι. Αυτό απορρέει από ένα είδος περιφρόνησης που αισθάνονται για τους περισσότερους Έλληνες. Αν αναφέρονταν αποκλειστικά σε αυτούς, βεβαίως, δεν θα είχαν αυτή τη στάση. Αν ήξεραν ότι από τους Έλληνες, ως αυτό που είναι, εξαρτάται η επιβίωσή τους, θα αφουγκράζονταν καλύτερα το λαϊκό αίσθημα. Ελαύνονται, όμως, από τη βούληση κέντρων εξουσίας εκτός Ελλάδας. Αποβλέπουν στην εύνοιά τους και τους το δείχνουν. Δηλώνουν υποταγή σε μη Έλληνες και αντλούν από εκείνους δύναμη… Όπως στην Ελλάδα μετά την Επανάσταση, που τα “ελληνικά” κόμματα εξυπηρετούσαν ξένα συμφέροντα.  
Είναι προφανές ότι η επόμενη μέρα του δημοψηφίσματος δεν διαφέρει από την προηγούμενη. Ούτε οι πολιτικοί που στάθηκαν απέναντι στο 61% του ελληνικού λαού άλλαξαν ούτε οι δημοσιογράφοι. Είναι οι ίδιοι. Απόντες στη συγκέντρωση της Παρασκευής στο Καλλιμάρμαρο, επειδή ήξεραν το αποτέλεσμα. Είχαν στα συρτάρια τους και τις δύο δημοσκοπήσεις: τις γνήσιες και της προπαγάνδας. Επιστράτευσαν όλα τα μέσα για να κάνουν το συντριπτικό γι’ αυτούς 75% - 25% ένα περισσότερο “αξιοπρεπές” αποτέλεσμα. Η παραπληροφόρηση και η κινδυνολογία έκαναν πολλούς Έλληνες να δειλιάσουν. Φυσικό συναίσθημα, ανθρώπινο…

Η πλειοψηφία του ελληνικού λαού δεν κάνει λάθος. Να προσπαθούν Έλληνες πολιτικοί εκπρόσωποι των άτεγκτων “εταίρων” να παρουσιάσουν την επιλογή του “ΟΧΙ” ως εσφαλμένη είναι κατάφωρη παραβίαση των όρων εντολής τους, όχι της ξένης, της ελληνικής: να σέβονται, τουλάχιστον, στη δημοκρατία που πολιτεύονται, τον βασικό της όρο, την αρχή της πλειοψηφίας. Οι Έλληνες ψήφισαν “λάθος” ενσυνείδητα. Αυτοί, όμως, ξέρουν καλύτερα. Ο πολιτισμός της ελληνικής λαϊκής γνώμης αντιπαρατέθηκε με τον τρόμο της εξουσίας των εκπροσώπων της βίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αν αφήνονταν οι ευρωπαϊκοί λαοί ελεύθεροι να αποφασίσουν, θα αποφάσιζαν όπως οι Έλληνες. Γι’ αυτό, τις επόμενες ημέρες, ομοθυμαδόν, ξένοι επίδοξοι παντοκράτορες και οι εγχώριοι εκπρόσωποί τους θα προσπαθήσουν να πείσουν τους Έλληνες, με τη βία φυσικά, ότι τόλμησαν κάτι που δεν έπρεπε: να ζητήσουν, με την ψήφο τους στο δημοψήφισμα, περισσότερη αιδώ από εκείνους που δοκιμάζουν δεινά την υπομονή τους…

Σάββατο, 4 Ιουλίου 2015

"ΟΧΙ"! ...για χάρη του "ΝΑΙ"...

Στο πλαίσιο της εκστρατείας πληροφόρησης, εν όψει του δημοψηφίσματος, οι δυο παρατάξεις, του “ΟΧΙ” και του “ΝΑΙ”, αρθρώνουν επιχειρήματα. Θα με απασχολήσει ένα μόνο, που προτάσσει η πλευρά του “ΝΑΙ”. Είναι, άλλωστε, το μόνο βάσιμο της τάσης αυτής· εκείνο, κιόλας, που οφείλει να απασχολήσει σοβαρά την άλλη πλευρά. Το επιχείρημα βρήκε την καλύτερή του έκφραση σε όσα είπε χθες, πρόδηλα παρεμβαίνοντας στο ελληνικό δημοψήφισμα, ο Γιούνκερ: “ψήφος στο “ΟΧΙ” θα σημάνει τη δραματική αποδυνάμωση της διαπραγματευτικής θέσης της Ελλάδας.” Είναι προφανές τι σημαίνει αυτό. Η επικράτηση της τάσης του “ΟΧΙ” σημαίνει ψήφο εμπιστοσύνης της πλειοψηφίας των Ελλήνων στον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση. Γι’ αυτό θα υπολείπεται σε ισχύ η Ελλάδα. Επειδή ο Έλληνας διαπραγματευτής θα είναι ο Α. Τσίπρας.
         Ωστόσο, οφείλουμε να σκεφτούμε και την άλλη εκδοχή. Αν επικρατήσει το “ΝΑΙ”, δεν θα εκπροσωπήσει την Ελλάδα ο Τσίπρας; Γιατί όχι; Συνταγματικά έχει το δικαίωμα. Γιατί να μην το ασκήσει; Ποιος θα του το στερήσει; Στην περίπτωση αυτή ισχύει η δήλωση του Ντάισελμπλουμ: “ο λαός θα έχει πάρει την απόφαση να ζήσει στην Ευρώπη με λιτότητα.” Αυτό, φυσικά, θα ισχύσει ακόμα και αν Πρωθυπουργός δεν είναι ο Α. Τσίπρας. Περιέργως, και στις δύο περιπτώσεις, της επικράτησης του “ΝΑΙ” και του “ΟΧΙ”, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Οι ίδιες διαπραγματεύσεις θα γίνουν, από τον οποιονδήποτε, με τις ίδιες συνέπειες. Δεν έχει, όμως, αυτό σημασία.
            Σημασία έχει η λύση που έχει αποφασίσει να δώσει το Ευρωπαϊκό Οικονομικό Σύστημα στο πρόβλημα που λέγεται σταδιακή πτώχευση όχι της Ελλάδας αλλά της Ευρώπης. Δείγμα της λύσης αυτής είδαμε την εβδομάδα που πέρασε, στις κλειστές τράπεζες. Ήδη από τον Φεβρουάριο, βέβαια, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα περιόρισε δραματικά την τροφοδοσία με ρευστό των ελληνικών τραπεζών.  
Πρόκειται για το μεγάλο, ένοχο μυστικό της Ενωμένης Ευρώπης. Οφείλουμε αυτό το μυστικό να το ξέρουμε. Το γνωρίζουν όλοι οι Έλληνες που “εξάγουν” χρήματα ως καταθέσεις στην Ελβετία και τη Γερμανία. Το μυστικό είναι το εξής: οι ανίσχυρες, καταχρεωμένες χώρες του Νότου είναι βαλβίδες ασφαλείας σε ένα δίκτυο αποθήκευσης χρημάτων τα οποία … δεν υπάρχουν! Όταν απαλλοτριώθηκαν οι καταθέσεις στην Κύπρο, πριν από δύο χρόνια, ο Ντάϊσελμπλουμ, απολύτως ειλικρινής, είχε δηλώσει: «Είμαι αρκετά σίγουρος ότι οι αγορές θα θεωρήσουν την κίνηση ως λογική και ιδιαίτερα στοχευμένη προσέγγιση αντί για κάποια γενικότερη προσέγγιση...Θα αναγκάσει τα χρηματοοικονομικά ιδρύματα, καθώς και τους επενδυτές, να συνειδητοποιήσουν το ρίσκο που λαμβάνουν διότι θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν το γεγονός ότι θα τους επηρεάσει αρνητικά».
Δεν υπάρχει μεγαλύτερο οικονομικό ρίσκο, στη σύγχρονη δυτική οικονομία, από … τις καταθέσεις. Το ίδιο το τραπεζικό σύστημα, φυσικά, και οι συναφείς εικονικές οικονομικές πράξεις είναι στρεβλώσεις της οικονομικής δραστηριότητας. Δεν πρόκειται καν για δραστηριότητα. Πρόκειται για οικειοθελή αποποίηση της κατοχής χρημάτων, για παραχώρησή της σε ένα σύστημα που, για να επιβιώσει, νομοτελειακά καταχράται της εμπιστοσύνης των καταθετών. Αν σκεφτούμε, επιπλέον, τις πρόσφατες νομοθετικές κατοχυρώσεις του “δικαιώματος” των τραπεζών να συλλέγουν τα χρήματα που δεν επενδύονται στην οικονομία, τότε συνειδητοποιούμε γιατί από τις τραπεζικές καταθέσεις οι τελευταίοι που επωφελούνται είναι … οι καταθέτες.
           Συντελέστηκε έτσι, στην ελληνική περίπτωση, το εξής παράδοξο. Οι πολιτικοί στην Ελλάδα που είναι υπέρμαχοι του “ΝΑΙ” είναι όσοι συνήργησαν, με την είσοδό της στην Ευρωζώνη και τη σταδιακή υπερχρέωση της Ελλάδας, την υπαγωγή της σε καθεστώς Ιφιγένειας, οικονομικού σφάγιου δηλαδή, πρόσφορου θυσιάσματος στο βωμό της επιβίωσης των γερμανικών, ελβετικών και βελγικών τραπεζών, κυρίως. Οι πολίτες, από την άλλη, που υποστηρίζουν την εκδοχή του “ΝΑΙ”, είναι ενδεχομένως καταθέτες. Οι καταθέτες, όμως, των συστημικών τραπεζών, είναι εκείνοι που συνέβαλαν στην κατάσταση όπως διαμορφώνεται σήμερα.
            Ξαναδιαβάζουμε, λοιπόν, το “ΝΑΙ” και το “ΟΧΙ” στο δημοψήφισμα. “ΟΧΙ” σημαίνει άρνηση στη διαιώνιση της θυματοποίησης της Ελλάδας, ως βαλβίδας αποφόρτισης της αδυναμίας της Ευρωζώνης να παράσχει σε όλες τις χώρες που την αποτελούν επαρκή ρευστότητα για τα χρήματα που εμφανίζονται ως καταθέσεις στις τράπεζες. Τα χρήματα αυτά έγιναν στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια που δεν μπορούν να αποπληρωθούν και, επίσης, “δάνεια” και ύποπτες αμοιβές που ποτέ δεν θα αποπληρώνονταν, ούτως ή άλλως. Το “ΝΑΙ”, από την άλλη, σε ένα του μέρος, εκφράζει το εναγώνιο αίτημα για την ευκαιρία που “πρέπει” να δοθεί στους καταθέτες να … αποσύρουν τις καταθέσεις τους.
         Ποιοι είναι, όμως, αυτοί οι καταθέτες; Εκείνοι που έχουν καταθέσεις μέχρι εκατό χιλιάδες Ευρώ μπορούν να είναι ήσυχοι. Τις καταθέσεις τους θα συνεχίσει να εγγυάται το κράτος, δηλαδή οι Έλληνες πολίτες, οι οποίοι έχουν ήδη συμβάλει τα μέγιστα στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Όσοι, όμως, έχουν πολύ ισχυρά οικονομικά συμφέροντα, ακόμα, στις ελληνικές τράπεζες, και γι’ αυτό δεν θέλουν να επικρατήσει το “ΟΧΙ”, διεκδικούν χρόνο για να διορθώσουν το πρόβλημα που δημιούργησαν με τις καταθέσεις τους. Δεν υπάρχει, όμως, χρόνος. Ούτε τα χρήματά τους υπάρχουν. Τα χρήματα αυτά δόθηκαν ως δάνεια, τα οποία έγιναν εγγυήσεις για την παροχή ρευστότητας από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προκειμένου οι μεγαλοκαταθέτες να μπορούν να παίρνουν μέρος από τα χρήματα που κατέθεσαν. Το πρόβλημα που δημιούργησαν, επομένως, είναι διπλό: στον εαυτό τους και τους δανειολήπτες.
         Δεν είναι τυχαίο που χθες, στη συγκέντρωση για το “ΝΑΙ”, δεν εμφανίστηκε κανένας πολιτικός από εκείνους που φιλοτέχνησαν το προφίλ της Ελλάδας ως αφερέγγυας. Προσέφεραν έτσι, εμμέσως, στήριξη στον Α. Τσίπρα. Αυτό σημαίνει ότι ο συγκεκριμένος πρωθυπουργός λειτούργησε ως όργανο του Συστήματος; Σε καμία περίπτωση. Το αντίθετο. Αν επικρατήσει το “ΟΧΙ” στο δημοψήφισμα θα πάρει εντολή για να διεκδικήσει από την Ευρώπη όσα στερήθηκαν οι πολίτες που πλήρωσαν την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών από το υστέρημά τους, επειδή θα σταματήσουν να πληρώνουν.
Εργάζεται όμως, ο Α. Τσίπρας, και για τους υποστηρικτές του “ΝΑΙ”, αφού στερεί, με το δημοψήφισμα, το άλλοθι που επικαλούνται οι δανειστές της ασυμφωνίας στις διαπραγματεύσεις. Αν ο πρωθυπουργός, για να προκηρύξει το δημοψήφισμα, επικαλέστηκε τη μη νομιμοποίησή του να υπογράψει αυτόβουλα μια επαχθή συμφωνία, δεν το έκανε από … δειλία, όπως ισχυρίζονται κάποιοι εκ του πονηρού και κάποιοι από αφέλεια. Το έκανε για να προστατεύσει τη χώρα, και τους υποστηρικτές του “ΝΑΙ”, από την πρόθεση των δανειστών να “διευθετήσουν το ζήτημα” χωρίς να επηρεαστεί το σύστημα, και μάλιστα για να το εξυπηρετήσουν. Τότε τα χρήματα των ανθρώπων του “ΝΑΙ” θα ήταν οπωσδήποτε χαμένα. Τώρα ο λαός, αν απαλλοτριωθούν οι καταθέσεις, θα το θεωρήσει προσβολή της βούλησής του. Οι υποστηρικτές του “ΝΑΙ”, που έχουν οικονομικό συμφέρον από το “ΝΑΙ”, θα έχουν ισχυρό στήριγμα, αν επικρατήσει το “ΟΧΙ”, τους ψηφοφόρους της άλλης πλευράς. Θα γίνει, δηλαδή, αυτό που δεν έγινε στην Κύπρο.
Στην Κύπρο το επαχθές κούρεμα των καταθέσεων επιβλήθηκε στον λαό ως νόμος του κράτους. Στην Ελλάδα δεν θα γίνει αυτό, γιατί ο λαός, αν επικρατήσει το “ΟΧΙ”, δεν θα το επιτρέψει. Αν δεν το επιτρέψει ο λαός, όμως, … δεν θα γίνει. Τίποτα περισσότερο παράδοξο! Όσοι ψηφίσουν “ΟΧΙ” αύριο, θα είναι, κατά κύριο λόγο, εκείνοι που έχουν συντηρήσει με τους φόρους και με τα επιτόκια των δανείων τους τις καταθέσεις πολλών από τους ψηφοφόρους του “ΝΑΙ”. Με το “ΟΧΙ” τους, αύριο, θα δημιουργήσουν τείχος, για να μην νομιμοποιείται ο Α. Τσίπρας να νομοθετήσει για το κούρεμα των καταθέσεων. Ούτως ή άλλως, φυσικά, δεν θα το  έκανε. Κάλεσε, μάλιστα, το πλήθος των ανθρώπων που θα ψηφίσει “ΟΧΙ” να τον στηρίξει, για να σώσουν όλοι μαζί αρκετούς ψηφοφόρους του “ΝΑΙ”…
Συμπέρασμα: αν το καταλάβαιναν αυτό οι υποστηρικτές του “ΝΑΙ” θα ψήφιζαν “ΟΧΙ”. Όσοι ψηφίσουν “ΟΧΙ” δεν θα ψήφιζαν ποτέ “ΝΑΙ”, παρόλο που το “ΟΧΙ” τους θα ωφελήσει τα μέγιστα τους οπαδούς της απέναντι πλευράς. Χρειάζεται να το υπενθυμίσω; Για το κούρεμα των καταθέσεων στην Κύπρο νομοθέτησε δεξιά κυβέρνηση. Τη βαλβίδα για να αποφορτιστεί το σύστημα της εικονικής επάρκειας των τραπεζών, την άνοιξαν εκείνοι που ξέρουν καλά, και συνέβαλαν, στην πραγματική τους ανεπάρκεια… Αυτό το έλαβαν υπόψη τους οι οπαδοί του “ΝΑΙ”, που εχθρεύονται τον Τσίπρα και ομνύουν στο όνομα δεξιών και δεξιόστροφων πολιτικών;
Έτσι είναι, όμως. Ο άνθρωπος που θα ψηφίσει “ΟΧΙ” δεν εχθρεύεται τον οπαδό του “ΝΑΙ”. Αιφνιδιάζεται όταν αρκετοί από τους οπαδούς του “ΝΑΙ” περιφρονούν τους οπαδούς του “ΟΧΙ”· εκείνους, δηλαδή, που θα τους σώσουν και πάλι…
        Αν οι οπαδοί του “ΟΧΙ” ήθελαν, με το δίκιο τους, να εκδικηθούν το Σύστημα και τους εισηγητές του “ΝΑΙ”, που τους εξωθούν στην αυτοκτονία, θα ψήφιζαν “ΝΑΙ”. Αυτό θα σήμαινε, όμως, ότι η αριστερή κυβέρνηση θα έπεφτε. Η δεξιά ή δεξιόστροφη κυβέρνηση που θα ακολουθούσε θα “κληρονομούσε” ένα τραπεζικό σύστημα σε “αδιέξοδο”, και θα “αναγκαζόταν”, όπως στην Κύπρο, να προχωρήσει σε κούρεμα καταθέσεων αρκετών οπαδών του “ΝΑΙ”.
Ποιος θα θεωρείτο υπεύθυνος, όμως; Ο Α. Τσίπρας φυσικά. Έτσι το Σύστημα θα αποφορτιζόταν και η Αριστερά θα συκοφαντιόταν εσαεί. Θα μπορούσαν να το κάνουν αυτό όσοι ψηφίσουν “ΟΧΙ”;    Όχι, φυσικά. Δεν θα πρόδιδαν τον άνθρωπο που ανέλαβε να αποκαταστήσει την αξιοπρέπειά τους…

                Αυτά για το “ΟΧΙ”, που θα ψηφίσουν πολλοί, για χάρη του “ΝΑΙ”! 


Πέμπτη, 2 Ιουλίου 2015

Δύο τάσεις

            Δύο πολύ ισχυρές τάσεις θα ζυγιστούν στο δημοψήφισμα της Κυριακής: η τάση να εκχωρηθεί  η ατομική και εθνική επιβίωση των Ελλήνων στον εξωτερικό παράγοντα, αφενός, και η τάση για την άρνηση της νομιμοποίησης της ελληνικής ταυτότητας, προσωπικής και κρατικής, από εξωγενείς “προστάτες” αφετέρου. Εκείνοι που θέλουν να ψηφίσουν “ναι” στο δημοψήφισμα εξαρτούν την ευημερία τους από την επίνευση της ευρωπαϊκής αυθεντίας. Οι άλλοι, που θα ψηφίσουν “όχι”, δεν την αναγνωρίζουν.
          Η δυσπιστία απέναντι στην ευρωπαϊκή αυθεντία δεν είναι αδικαιολόγητη. Η δανειακή συνθήκη την οποία επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη συνεργασία του Δ.Ν.Τ., στον ελληνικό λαό, ήταν σχεδιασμένη για να αναπαράγεται η ανάγκη της Ελλάδας για δάνεια. Η ίδια η συνθήκη της ευρωπαϊκής καθυπόταξης, εδώ και δεκαετίες, εγκυμονούσε την αποδυνάμωση της παραγωγικής βάσης της Ελλάδας με κάθε τρόπο: στερώντας, αφενός, τον εθνικό μας αυτοπροσδιορισμό στις αυτόχθονες παραγωγικές μας δυνάμεις και, αφετέρου, εξαγοράζοντας τη λήθη της σταδιακής αποψίλωσης της εύφορης Ελλάδας με χρήματα που δόθηκαν για συγκυριακά έργα, αυτοτελή, που τα εκμεταλλεύθηκαν επιτήδειοι και διαπλεκόμενοι εργολάβοι. Αυτοί απολάμβαναν προνομιακού τραπεζικού δανεισμού, τον οποίο ξεπλήρωναν με χρήματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης για υπερ-κοστολογημένα έργα.
             Η Ελλάδα, σήμερα, καλείται να πληρώσει την ευπιστία της για την ευρωπαϊκή αυθεντία, που ασπάστηκε πιστά και τυφλά τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες. Ο λογαριασμός είναι πολύ υψηλός, το τίμημα δυσανάλογο της προσπάθειας που κατέβαλαν οι Έλληνες να ανταποκριθούν σε πρωτόγνωρα κριτήρια αξιολόγησης της εργασίας, της παραγωγικότητας και της ίδιας τους της υπόστασης. Το τίμημα της απώλειας της εθνικής μας αυτοπεποίθησης καλούμαστε να πληρώσουμε, στο πολλαπλάσιο της αξίας των διευκολύνσεων που πήραμε από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
               Η Ευρώπη, φυσικά, δεν έχει λόγο να απολογηθεί αναδρομικά για την οικονομική ζημία που υπέστημεν και υφιστάμεθα δραματικά τα τελευταία πέντε χρόνια. Δεν υπάρχει, άλλωστε, θεσμοθετημένος μηχανισμός λογοδοσίας, στην Ένωση, για οδηγίες, κανονισμούς και μεθοδεύσεις που οδήγησαν την Ελλάδα σε οικονομικό μαρασμό. Πολύ λιγότερο, βέβαια, θα τολμήσει κανείς να διεκδικήσει αποζημίωση για καταστροφικές για την ελληνική οικονομία ευρωπαϊκές αποφάσεις από το 1980 και μετά.
       Βρισκόμαστε, λοιπόν, στην εξής παράδοξη κατάσταση. Κάποιοι να διεκδικούν, στο δημοψήφισμα της Κυριακής, τη διαιώνιση της υπαγωγής της Ελλάδας σε ευρωπαϊκά κελεύσματα που την οδήγησαν στο αδιέξοδο, και άλλοι να ανθίστανται στην προοπτική αυτή. Μία εξήγηση μπορώ να δώσω. Οι πρώτοι δεν θίγονται από τις αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης εναντίον της Ελλάδας διαχρονικά ή συγκυριακά. Έχουν συνδέσει, μάλιστα, από τις θέσεις στις οποίες βρέθηκαν και βρίσκονται, την τύχη τους με την υπαγωγή της Ελλάδας σε ευρωπαϊκές νόρμες που τους διατηρούν σε προνομιακή κατάσταση. Αυτά τα προνόμια, φαντάζονται, μπορεί να απολέσουν, αν η Ελλάδα αμφισβητήσει την ωφέλεια που δήθεν απορρέει από την υποταγή της χώρας στην Ευρώπη.
          Στην πραγματικότητα, λοιπόν, το δημοψήφισμα θα γίνει επειδή ο ελληνικός λαός είναι μοιρασμένος σε δυο κατηγορίες: εκείνων που επαφίενται για την ευημερία τους στην Ευρώπη, και των άλλων, που συνδέουν την κακοδαιμονία τους με την Ευρώπη. Οι δεύτεροι δεσμεύονται μόνο με την Ελλάδα. Οι πρώτοι δεν δεσμεύονται με την Ελλάδα. Θεωρούν ότι εξ αντανακλάσεως επιβιώνει η χώρα, επειδή “ανήκει” στην Ευρώπη. Αυτό είναι το δεινό παράδοξο. Η χώρα πάσχει επειδή ανήκει στην Ευρώπη. Η χώρα, όμως. Κάποιοι Έλληνες δεν ταυτίζονται με τη χώρα τους. Ταυτίζονται με τη θέση τους μέσα στη χώρα, υψηλή κατά τεκμήριο, την οποία οφείλουν, θεωρούν, στην ένταξη της Ελλάδας στην Ευρώπη.
                Βέβαια, υπάρχει και μια άλλη, εθνικά δυσοίωνη ανάγνωση. Κάποιοι από τους ψηφοφόρους του “ναι” δεν θέλουν να συνυπάρχουν μ’ εκείνους οι οποίοι θα ψηφίσουν “όχι”, ούτε, φυσικά, να υπόκεινται σ’ εκείνους που αποφάσισαν να διεξαχθεί το δημοψήφισμα. Διεκδικούν, ωστόσο, να ζουν στην Ελλάδα, που θέλουν να αναφέρεται κατευθείαν στην Ευρώπη, το σύγχρονο πνεύμα της οποίας χώρισε τους Έλληνες σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: σ' εκείνους που αντλούν τη νομιμοποίηση της ύπαρξής τους από το εξωτερικό, και σ' εκείνους που διεκδικούν την αναφορά τους στην Ελλάδα και την ελληνική τους ταυτότητα, την από καιρό επικηρυγμένη εξαιτίας της ένταξης της χώρας στην Ευρώπη…


Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Το τίμημα της διαφοράς

              Χθες γράφτηκε η τελευταία παράγραφος στην ευρωπαϊκή διακήρυξη της διαφοράς ανάμεσα στην Ελλάδα και όλους τους υπόλοιπους, Ευρωπαίους και Αμερικανούς. Το Δ.Ν.Τ. έθεσε την Ελλάδα σε καθεστώς, λένε, Ζιμπάμπουε, και εννοούν ότι η Ελλάδα απομακρύνθηκε από τον “πολιτισμένο” κόσμο και προσομοιώθηκε, μέσω της οικονομικής ασφυξίας, με τον “απολίτιστο” κόσμο. Πρόκειται για νέα ονοματοδοσία της διαφοροποίησης ανάμεσα σε ισχυρούς και ανίσχυρους. Οι ισχυροί είναι οι “πολιτισμένοι”, οι ανίσχυροι οι “απολίτιστοι”. Είναι ενδεικτικό, αυτό, για τον σύγχρονο δυτικό “πολιτισμό”. Είναι, όπως αποδεικνύεται, πολιτισμός της κατίσχυσης του ισχυρού πάνω στον ανίσχυρο, της προβολής του ενός σε βάρος του άλλου.
              Είναι αυτό πολιτισμός; Με ελληνικούς όρους δεν μπορεί να είναι. Αν είσαι Έλληνας, δεν τολμάς να διακρίνεις τον εαυτό σου από τον άνθρωπο της Ζιμπάμπουε, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι διαφοροποιείσαι δραματικά από τη Λαγκάρντ της Γαλλίας που “ζει και εργάζεται” στη Νέα Υόρκη. Μάλιστα, αν είσαι Έλληνας δεν διανοείσαι να ταυτιστείς με τον “πολιτισμένο” επειδή ισχυρό Ευρωπαίο. Είναι όνειδος να προτιμάς τη λευκή και λιπαρή ανθρώπινη σάρκα της Μέρκελ ως τέτοια, από τη μαύρη και στεγνή ανθρώπινη σάρκα της γυναίκας που συνεχίζει και θηλάζει το παιδί της στη Ζιμπάμπουε, ακόμα κι αν το στήθος της δεν έχει γάλα, μέχρι και οι δυο να ξεψυχήσουν, η μάνα από την πείνα και την απόγνωση και το παιδί της από την εξάντληση…
              Η κατάταξη από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο σε αυτή την κατηγορία των χωρών, που δεν είχαν να πληρώσουν το επονείδιστο χρέος τους, είναι τίτλος τιμής για την Ελλάδα. Είναι η πιστοποίηση της διαφοράς μας από εκείνους που επισείουν την απειλή της εξομοίωσης με τη Ζιμπάμπουε μπροστά στο πρόσωπο του ελληνικού λαού, που δεν κατάλαβε εγκαίρως ότι δεν μοιάζουν οι Έλληνες με τους “εταίρους” τους. Όσοι ψηφίσουν “όχι” στο δημοψήφισμα της Κυριακής, θα πιστοποιήσουν με τη σειρά τους και με την ψήφο τους αυτή τους τη διαφοροποίηση. Όσοι ψηφίσουν “ναι”, από την άλλη, θα πιστοποιήσουν ότι δεν καταλαβαίνουν ή, όπως θα πουν, “δεν δέχονται” αυτή τη διαφορά. Είναι θεμιτό το δεύτερο: να θέλεις να είσαι ό,τι και οι άλλοι, που δεν είναι όπως εσύ.
              Το ερώτημα είναι: μπορείς; Αν μπορείς, πρέπει να το διεκδικήσεις με την ψήφο σου. Πρέπει να ψηφίσεις “ναι” και να προσπαθήσεις να υπομείνεις όσα υπέμεινες μέχρι τώρα, για να μοιάσεις με τους “εταίρους” σου. Φυσικά, έχει ενδιαφέρον να σκεφτούμε το εξής. Αν πολλοί που θα ψηφίσουν “ναι” δεν διαφέρουν από τους υπόλοιπους, που θα ψηφίσουν “όχι”, και παίρνουν, για παράδειγμα, την ίδια σύνταξη, έχουν επίσης χρέη ή είναι άνεργοι, τότε τι τους διαφοροποιεί ως Έλληνες; Μάλλον ότι δεν θέλουν να μοιάζουν με εκείνους που θα ψηφίσουν “όχι”. Είναι θεμιτό ακόμα και αυτό. Το θέμα είναι το εξής. Γίνεται να μη μοιάζεις με αυτό που είσαι;
              Αυτό θα λάβει χώρα την Κυριακή στην Ελλάδα. Ένα δημοψήφισμα στο οποίο Έλληνες, όλοι οι ίδιοι, με διαφορά τους ενδεχομένως, σημαντικότερη, την οικονομική τους επιφάνεια, θα διαφοροποιηθούν ως προς τη διάθεσή τους να είναι αυτό που είναι. Είναι κι αυτό, φυσικά, μια πολυτέλεια. Ακόμα πολλοί Έλληνες πιστεύουν ότι μπορούν να γίνουν Γερμανοί. Πολυτέλεια της φαντασίωσης, φυσικά, αλλά ποιος νομιμοποιείται να την αρνηθεί ως φαντασίωση στον άλλο; Κανείς. Το ζητούμενο δεν είναι να ανακοπεί η ευφορία εκείνων που ακόμα πιστεύουν ότι ζώντας στην Ελλάδα μπορούν να ζήσουν ως Γερμανοί. Σημαντικό είναι εκείνοι που θα διαφοροποιηθούν με την ψήφο τους την Κυριακή από τους Ευρωπαίους που επιμένουν να μας θυμίζουν ότι είμαστε Έλληνες και όχι Γερμανοί, να διεκδικήσουν την ταυτότητά τους και να αντέξουν το τίμημα της διαφοράς τους…

Η θνήσκουσα μητέρα στη Ζιμπάμπουε, που κρατά σφιχτά το μωρό της στην αγκαλιά της, δεν καταδέχεται να σκεφτεί ότι δεν είναι αυτό που είναι. Ούτε οι άστεγοι και εκείνοι που αναζητούν στα σκουπίδια το φαγητό τους στην Ελλάδα, τα τελευταία χρόνια, θα χάσουν κι άλλο την αξιοπρέπειά τους, απαρνούμενοι την ελληνική τους ταυτότητα, την τελευταία που τους έμεινε, για να παραδοθούν στην ψευδαίσθηση ότι μπορούν να γίνουν ό,τι και εκείνοι που τους έφεραν σε αυτή τη θέση. Η διαφορά έχει τίμημα. Προτιμώ να διαφέρω, όμως, ως ανίσχυρος από τον ισχυρό. Πολύ περισσότερο, όταν το αναπλήρωμα της ισχύος που μου λείπει, είναι ο πολιτισμός, που δεν θέλω να χάσω: το δικαίωμα που διεκδικώ να συγκινούμαι, να συμπάσχω και να ταυτίζομαι με τον πάσχοντα πληθυσμό της Ζιμπάμπουε, της Νικαράγουα και της Γουϊάνα, και να αποστρέφομαι τον “πολιτισμό” των οικονομικών δολοφόνων της Ευρώπης και της Αμερικής…