Κυριακή, 30 Αυγούστου 2015

Διαψεύσεις

Η πρωθυπουργική του θητεία επεφύλαξε πολύ δυσάρεστες εκπλήξεις στον Α. Τσίπρα. Δοκίμασε τρεις, τουλάχιστον, δραματικές διαψεύσεις. Η πρώτη αφορούσε στο μέτωπο των πολιτικών δυνάμεων στην Ευρώπη, που πρώτη φορά, φυσικά, ηγέτης ενός κράτους τις προκάλεσε να έλθουν σύσσωμες εναντίον του. Η δεύτερη, δραματικότερη θεωρώ διάψευση, είχε να κάνει με τα χτυπήματα που δέχθηκε από τους εσωτερικούς αντιπάλους του ο  Α. Τσίπρας, από εκείνους που νόμιζε συνεργάτες και συντρόφους του.
            Έδωσε, λοιπόν, για επτά ολόκληρους μήνες, δύο παράλληλες και πολύ άνισες μάχες ο πρωθυπουργός της συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – ΑΝ.ΕΛ.. Μάλιστα, ο αγώνας που έδινε για να ισορροπήσει τις προσωπικές φιλοδοξίες των μονομανών εραστών της πολιτικής δημοσιότητας, που τους είχε δίπλα του, τον καθιστούσε ευάλωτο στις επιθέσεις των απαιτητικών δανειστών. Οι Ευρωπαίοι εταίροι  ήξεραν, φυσικά, ότι δεν διαπραγματεύονται με έναν Έλληνα Υπουργό Οικονομικών εκπρόσωπο του πρωθυπουργού του και του ελληνικού λαού, αλλά με έναν συγκυριακό προϊστάμενο ενός κρίσιμου υπουργείου, που εκπροσωπούσε τον εαυτό του, μόνο, και κανέναν άλλο.
Εκτός από τον Γ. Βαρουφάκη, τρεις ακόμα υπουργοί (Λαφαζάνης, Βαλαβάνη, Ήσυχος) και η Πρόεδρος της Βουλής, μετρούσαν τις ώρες των αποτυχημένων διαπραγματεύσεων, ώρες που τους έφερναν όλο και πιο κοντά στη στιγμή μιας διπλής νίκης: αφενός εναντίον του Α. Τσίπρα, αφετέρου εναντίον μιας Ευρώπης από την οποία δεν προσδοκούσαν τίποτα. Τόσο, μάλιστα, πανηγυρικότερη θα ήταν η νίκη τους, εναντίον του φανταστικού εσωτερικού τους αντιπάλου και του άλλου, του μη προσωπικού τους εχθρού, όσο εντυπωσιακότερη θα ήταν η ήττα της Ελλάδας και των Ελλήνων. Όσο πιο χυδαία κακοποιημένο θα ήταν το θύμα, η χώρα, τόσο περισσότερο κερδισμένοι από τη δημοσιότητα που τους εξασφάλιζε η θέση τους θα ήταν οι δωρεάν τιμητές των πάντων.
Με την εξέλιξη της καταρχήν συμφωνίας που υπέγραψε ο Α. Τσίπρας, τα οφέλη των επίδοξων διαχειριστών των προσδοκώμενων ελληνικών ερειπίων έμειναν μισά. Ο πρωθυπουργός υπέστη το αναμενόμενο πολιτικό κόστος. Δεν ήταν όμως συντριπτικό, αφού έφερε συμφωνία στην Ελλάδα και η Ευρώπη ηρέμησε, όσο η ελληνική και οι άλλες κρίσεις, άλλων χωρών, μπήκαν προσωρινά κάτω από το χαλί της συμφωνίας των δανειστών με την Ελλάδα.
Η τρίτη διάψευση, όμως, είναι ισχυρότερη από τις άλλες δύο, που δοκίμασε ο Α. Τσίπρας. Είναι μάλιστα πρόσφατη, τωρινή, αποκύημα των προηγούμενων δύο και δραματικότερη από εκείνες. Είναι η διάψευση που δοκιμάζει ο στρατηγός που τον επευφημούσαν οι στρατιώτες του μέχρι πριν από την πρώτη νίκη του εχθρών του. Μετά του γυρίζουν την πλάτη και τρέχουν να συνταχθούν με τους αξιωματικούς τους που αυτομόλησαν πρώτοι. Πώς να διαχειριστεί ο αρχηγός ενός τέτοιου στρατού την απογοήτευση, την αποψίλωση των δυνάμεών του, τη διάλυση της στρατηγικής του επάρκειας; Με τρεις σκέψεις…
Η πρώτη είναι η εξής: οι στρατιώτες, τα μέλη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., που εγκαταλείπουν τη μάχη, είναι ηττημένοι πρώτα οι ίδιοι, με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για το αυτοσυναίσθημα και τη ζωή τους στη συνέχεια.  Η δεύτερη: ο στρατηγός, ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας, δεν φταίει όταν ηττάται σε μια μάχη. Φταίει όταν παραδίδει χωρίς αντίσταση τον στρατό του στον αντίπαλο. Τότε τι θα είχαν να του καταλογίσουν τα μέλη του κόμματος που δραπέτευσαν; Ότι ήταν έτοιμοι να πολεμήσουν αλλά δεν τους έδωσε την ευκαιρία! Παράδοξο…
Υπάρχει και μια τρίτη σκέψη, όμως, αντίδοτο στην απογοήτευση του Α. Τσίπρα. Αρκετοί που θα δουν, στο εσωτερικό της πατρίδας, τους πρώην στρατιώτες να επιστρέφουν άπρακτοι και βρίζοντας τον στρατηγό που συνθηκολόγησε προσωρινά για να μην κάψει ο εχθρός τα πάντα στο πέρασμά του, θα θελήσουν να  πάνε οι ίδιοι στο μέτωπο. Για κάθε μέλος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που φεύγει από την πρώτη γραμμή, αρκετοί από τον άμαχο μέχρι χθες πληθυσμό θα μπουν στη θέση του… Αρκεί, φυσικά, ο στρατηγός να μιλήσει για τη στρατηγική που συνεχίζει να έχει, στον πόλεμο που δεν τελειώνει με συνθήκες.   
Όλα αυτά μικρή σημασία θα είχαν αν δεν αφορούσαν μια ψυχική ευαισθησία καθοριστική για την πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια. Το ίδιο πνεύμα με τα αποχωρήσαντα μέλη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., της ανάγκης να διαμαρτυρηθούν αποκηρύσσοντας αυτό στο οποίο όμνυαν μέχρι χθες, διέπει και κάποιους ψηφοφόρους του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Είναι συμπατριώτες που έχουν δικαίωμα να απογοητεύονται με τον πρώην πρωθυπουργό.
Δεν είναι αυτός, όμως, το θέμα. Το θέμα είναι η Ελλάδα, που πρέπει όλοι να σκεφτούμε πώς θα σωθεί. Η διάσωση αυτής της χώρας ποτέ, απέδειξε η μεταπολίτευση τουλάχιστον, δεν ήταν υπόθεση ενός πολιτικού και του προγράμματός του. Αν ήταν έτσι, η Ελλάδα θα ευημερούσε. Η ευημερία της Ελλάδας εξαρτάται από το πώς σκέφτονται οι Έλληνες τη χώρα τους κι από το τι κάνουν μέσα στην Ελλάδα για την Ελλάδα. Η ανάθεση στους πολιτικούς της αποκλειστικής ευθύνης για τη χώρα είναι, πια, παρωχημένη τακτική του Έλληνα πολίτη. Αυτό προσπάθησε να καταστήσει σαφές σε ψηφοφόρους του και μη ο Α. Τσίπρας με το δημοψήφισμα και τις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου.

Στην πραγματικότητα, ο Α. Τσίπρας, μηδενίζοντας τις προσδοκίες να γίνει η Ελλάδα, σε λίγους μήνες, από καταχρεωμένη αυτάρκης, έθεσε εαυτόν εκτός εξουσίας και τους Έλληνες προ των ευθυνών τους. Αυτές τις ευθύνες θα κληθούμε να αναλάβουμε, για πρώτη φορά τόσο κρίσιμα, στις κάλπες του Σεπτεμβρίου!

Παρασκευή, 28 Αυγούστου 2015

Από την ιστορία της Αριστεράς


 

            
«H εξέλιξη του εργατικού κινήµατος στη χώρα µας δεν βρήκε ακόµα µια ολοκληρωµένη µαρξιστική βάση. Oι περισσότερες εκδηλώσεις του χαρακτηρίστηκαν από έναν επαναστατικό εµπειρισµό, ένα δίχως αρχές καιροσκοπισµό, από µια ασυνέχεια και µια µακρόχρονη “παιδική αρρώστια του κοµµουνισµού”.» Αυτά έγραφε ο Παντελής Πουλιόπουλος, ο σημαντικότερος Έλληνας μαρξιστής, στο μνημειώδες για την ιστορία της ελληνικής αριστεράς βιβλίο του: «Δημοκρατική ή Σοσιαλιστική Επανάσταση στην Ελλάδα;» (1934)
Όπως για πολλά άλλα, ο Πουλιόπουλος ήταν εύστοχος αναλυτής των ιδεολογικών τάσεων της ελληνικής αριστεράς, η οποία ενέδιδε, τη δεκαετία του ‘30, στο ρεύμα του σταλινισμού. Αυτό που διαπίστωσε όταν η Ολομέλεια της Κεντρικής Επιτροπής του Κ.Κ.Ε. διατύπωνε τη θεωρία  για το ενδιάμεσο στάδιο, πριν τον σοσιαλισμό, στο οποίο «έπρεπε» να εγκατασταθεί η Ελλάδα, λόγω των κοινωνικών συνθηκών μιας εποχής που ταλανιζόταν από τον μιλιταριστικό καπιταλισμό, ισχύει και σήμερα. Απτά δείγματα του επαναστατικού εμπειρισμού, του δίχως αρχές καιροσκοπισμού, της ασυνέχειας και της μακρόχρονης «παιδικής αρρώστιας του κομμουνισμού», βρίσκουμε στη σπασμωδική συμπεριφορά των αποσχιστικών στοιχείων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., είτε πρόκειται για μεγάλα και μεσαία στελέχη είτε για μέλη των κατά τόπους οργανώσεων του κόμματος. Έκδηλος γίνεται και ο σταλινισμός, ο αρχηγικός αυταρχισμός των προεξαρχόντων της ΛΑ.Ε. και της μέχρι χθες Προέδρου της Βουλής.
Μια τέτοια αριστερά δεν πρόκειται να έχει καλύτερη τύχη από την τύχη που είχε το Κ.Κ.Ε. μέχρι και το 1989. Ο συμβιβαστικός Χαρίλαος Φλωράκης ήταν ενσαρκωμένο το πνεύμα της αριστεράς μιας ολόκληρης πεντηκονταετίας. Η μόνη διαφορά ήταν ότι τις προηγούμενες του ’80 δεκαετίες η ηγεσία της αριστεράς ερχόταν σε μυστικές συμφωνίες με το αστικό κατεστημένο. Τη δεκαετία του ’80 οι συνεννοήσεις έγιναν φανερές. Αποκορύφωμα ήταν η υπουργοποίηση του Μίκη Θεοδωράκη στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Αυτό είναι καλό να το θυμόμαστε όταν ο μεγάλος μας συνθέτης κρίνει αυστηρά την κυβερνητική αριστερά του Α. Τσίπρα….
 Και μετά από την ανοιχτή συνθηκολόγηση του Χ. Φλωράκη; Κατόπιν, το πνευματικό του τέκνο, η Α. Παπαρήγα, οδήγησε το Κ.Κ.Ε. στις παρυφές της ελληνικής κοινωνίας, σε μια πεισματική, αυτόβουλη απομόνωση, σαν για να αποκαθάρει η εμβληματική Γενική Γραμματέας το σκοτεινό παρελθόν του Κόμματος, σαν για να εξαγνιστούν οι κομμουνιστές από τον μακρόχρονο συναγελασμό της κομμουνιστικής αριστεράς, στο πολιτικό παρασκήνιο και προσκήνιο, με την αστική δεξιά. Εκεί, στην κοινωνική απομόνωση, καταδίκασε το Κ.Κ.Ε. τον εαυτό του, υιοθετώντας μια ιστορικά πρωτότυπη για την ελληνική αριστερά ενδιάμεση θέση: ούτε φιλοδοξώντας την εγκαθίδρυση μιας σύγχρονης – και αναχρονιστικής – δικτατορίας του προλεταριάτου, ούτε συνεργαζόμενο με οποιονδήποτε άλλον, ούτε καν άλλα αριστερά σχήματα, για την ενίσχυση του αριστερού μετώπου απέναντι στη δεξιά που κλωνοποιείται, αλλά οι κλώνοι της συνασπίζονται και ισχυροποιούν τον βασικό πολιτικό κορμό της αστικής Λερναίας Ύδρας.
Τώρα, όμως, το ιδεολογικά μεταμελημένο Κ.Κ.Ε. δεν θα είναι μόνο του. Θα υποστεί τις συνέπειες του απομονωτισμού του. Θα πρέπει να ανεχθεί δίπλα του έναν κλώνο του, τη ΛΑ.Ε., και έναν δεύτερο ενδεχομένως, το κόμμα της Ζ. Κωνσταντοπούλου, που θα μοιάζουν φυσιογνωμικά σαν δυο σταγόνες νερό μαζί του, και θα μιλάνε με τη δική του φωνή. Θα έχουμε, τότε, μια κομμουνιστική αριστερά με ένα σώμα και δύο ή τρία κεφάλια. Αυτή η τερατώδης εμφάνιση θα προκαλεί μαζί τον οίκτο, τη συμπάθεια και τον τρόμο, δηλαδή την αποστροφή. Τα κεφάλια του κομμουνιστικού σώματος στην Ελληνική Βουλή θα κοιτάζουν αλλού το καθένα και το σώμα θα μένει στάσιμο, εκτεθειμένο στο σκώμμα των υπόλοιπων κομμάτων της Βουλής. Έτσι θα καταλήξει ιστορικά μια πορεία αυτοχειριασμού της κομμουνιστικής αριστεράς, η οποία, για να μην είναι έρμαιο της εξουσίας των αστικών δυνάμεων, προτίμησε τον αυτοεγκλωβισμό της σε θέση ουραγού της σύγχρονης δημοκρατίας. Έτσι, ο μεγαλύτερος εχθρός του Κ.Κ.Ε. θα γίνει η ΛΑ.Ε. και αντίστροφα, αφού ο ένας θα θυμίζει στον άλλον ότι ο χειρότερος αντίπαλος της αριστεράς είναι ο εαυτός της…
Αυτή τη σύντομη ιστορία του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος μακάρι να την ήξεραν όσοι εγκαταλείπουν τις τάξεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για να προσχωρήσουν στο κόμμα που στεγάζει τις πολιτικές φιλοδοξίες ελάχιστων προσώπων. Ο Λαφαζάνης, ο Στρατούλης, ο Λεουτσάκος, η Κωνσταντοπούλου και μερικοί άλλοι συνήθισαν να ζουν οδηγούμενοι από το ένστικτο της ατομικής τους επιβίωσης μέσα σε συνθήκες συμμοριτοπόλεμου με το αστικό κατεστημένο. Την ατομική αυτή επιβίωση θα την εξασφαλίσουν λίγοι  κομμουνιστές, τα ηγετικά στελέχη. Έτσι γινόταν στις δεκαετίες του ’30, του ’40 και του ’50. Οι υπόλοιποι, η μεγάλη μάζα των αφελών παρακολουθητών της σκληρής προπαγάνδας των επιτήδειων ηγετίσκων, θα θυσιαστούν στον βωμό ενός αριστερού τυχοδιωκτισμού, όπως έλεγε ο Πουλιόπουλος. Θα το καταλάβουν αργά, δυστυχώς, τα μέλη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. που παραιτούνται: ότι βρέθηκαν όχι απλώς απομονωμένοι αλλά έκθετοι για τις επιλογές τους, οι οποίες θα κριθούν ατυχείς ως ανιστόρητες, πολιτικά αφελείς επειδή ανώφελες...

Τετάρτη, 26 Αυγούστου 2015

Πολιτικές καριέρες

Παρακολουθούμε, τις τελευταίες ημέρες, πώς εξελίσσονται κάποιες πολιτικές καριέρες στην Ελλάδα. Για τους πολιτικούς καριέρας η πολιτική δεν είναι ευκαιριακή απασχόληση. Είναι μόνιμη επαγγελματική ενασχόληση. Αυτό ισχύει για τον Π. Λαφαζάνη και τη Ζ. Κωνσταντοπούλου. Μαζί τους πήραν ήδη κάποιους βουλευτές, παλαιούς ή νεόκοπους πολιτικούς, και θα εξασφαλίσουν, κυρίως για τον εαυτό τους και τους στενούς τους συνεργάτες, αρκετές χιλιάδες ψήφους, που θα τους καταστήσουν εκλόγιμους. Έτσι θα πορευτούν για δύο τετραετίες, ίσως, μέχρι ο Π. Λαφαζάνης να βγει στη σύνταξη και η Ζ. Κωνσταντοπούλου να κατεβεί από το όχημα του δικού της πολιτικού φορέα, όπως έκαναν η Ν. Μπακογιάννη ή ο Α. Σαμαράς ή ο Δ. Αβραμόπουλος, και να συνεχίσει την καριέρα της σε κάποιον μακρόβιο πολιτικό σχηματισμό ή … ποιος ξέρει τι άλλο της υπαγορεύει η φιλοδοξία της!
Έχουμε δει κι άλλες πολιτικές καριέρες να εξελίσσονται στο παρελθόν, μακριά από τις γειτονιές που ζούσαμε ή τους χώρους που δουλεύαμε. Ο καθένας έκανε τη δουλειά του, εμείς και οι πολιτικοί καριέρας. Εμείς, για λόγους αθώας περιέργειας περισσότερο, παρακολουθούσαμε τους πολιτικούς από κοντά, ενδιαφερόμασταν γι’ αυτά που έλεγαν και που έκαναν, μέχρι που καταλάβαμε ότι εκείνοι δεν ενδιαφέρονται καθόλου για εμάς, και σταματήσαμε να ασχολούμαστε. Όσοι αισθανόμαστε έτσι, σκεφτόμαστε ότι οι καριέρες της Ζ. Κωνσταντοπούλου και του Π. Λαφαζάνη, και του στενού τους πολιτικού κύκλου, δεν πρέπει να μας ενδιαφέρουν επειδή δεν μας αφορούν. Εκείνοι απέδειξαν πέραν πάσης αμφιβολίας ότι δεν ενδιαφέρονται για εμάς, αφού το πείσμα τους να αντιπολιτευθούν την κυβέρνηση που συνέστησε το κόμμα με το οποίο εξελέγησαν ξεχείλισε την κρίσιμη στιγμή, που ο πρωθυπουργός προκήρυξε εκλογές. Η καριέρα τους, με βάση τους υπολογισμούς που έκανα πριν, δεν μπορούσε να περιμένει…
Το ίδιο αδιάφορες με τις καριέρες των επαγγελματιών φωνασκούντων αριστερών, πρέπει να μας είναι και οι καριέρες των δεξιών ψευδο-σοσιαλιστών, δηλαδή της Φ. Γεννηματά, του Ε. Βενιζέλου και του Γ. Παπανδρέου. Έτοιμοι να συγκυβερνήσουν, πάλι, με τη Ν. Δημοκρατία, θα κάνουν το παν για να βρίσκονται στην επόμενη Βουλή, επιστρατεύοντας ακόμα και τη Δημοκρατική Αριστερά, που θα βρει την ευκαιρία να συγκολλήσει τα κομμάτια της, για να γίνει ένα μικρό κομμάτι από τη σπαραγμένη ελληνική σοσιαλδημοκρατία. Αν εξαιρέσεις, όμως, τον νεαρό αρχηγό της ΔΗΜ.ΑΡ., όλοι οι υπόλοιποι έχουν ήδη εξασφαλίσει τη σύνταξή τους, με πολιτικά κυρίως ένσημα. Δεν υπάρχει λόγος να ασχολούμαστε ούτε με αυτούς.
Εκείνοι που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, οφείλω να πω, είναι οι βουλευτές και οι πολιτευτές του ΠΟΤΑΜΙΟΥ. Αυτοί δεν εξασφάλισαν ακόμα το απαραίτητο πολιτικό εκτόπισμα, για να προσελκύουν σταθερά το ενδιαφέρον ενός σεβαστού ποσοστού του εκλογικού σώματος. Δεν κατάφεραν ακόμα να γίνουν «οι δικοί μας άνθρωποι», οι άνθρωποι του διπλανού πολιτικού μεγάρου. Θα τους θυμόμαστε, μάλλον, στην ελληνική πολιτική ιστορία, ως τους ατυχέστερους πολιτικούς καιροσκόπους, που θέλησαν να πείσουν το εκλογικό σώμα με την «αφοπλιστικά ειλικρινή» τοποθέτηση ότι δεν ξέρουν ποια ακριβώς πρέπει να είναι η ιδεολογία τους, αλλά αυτό που ξέρουν καλά, σύμφωνα με δήλωση του Σ. Θεοδωράκη απόψε, είναι ότι «μπορούν να κυβερνήσουν». Στη δική μου συνείδηση αυτό σημαίνει ότι μπορούν, αν συμμετάσχουν σε ένα εξουσιαστικό σχήμα, να μείνουν αρκετά στην εξουσία ώστε να προσθέσουν στα βιογραφικά τους σημειώματα αρκετές παραγράφους με πολιτικές περγαμηνές για να προωθήσουν, στο ίδιο ή σε άλλα σχήματα, την πολιτική τους σταδιοδρομία. Γιατί πρέπει, όμως, να μας ενδιαφέρουν αυτές οι μάλλον νοσηρές πολιτικές φιλοδοξίες;
Εξίσου χωρίς ενδιαφέρον, βέβαια, είναι και οι πολιτικές προσωπικότητες, οι εναπομείνασες, στη Ν.Δ.. Ο μόνιμος ως προσωρινός νυν πρόεδρός της, υπέρβαρος πολιτικά Μεϊμαράκης, διαδέχθηκε δύο συνταξιοδοτημένους πια πρώην πρωθυπουργούς (Καραμανλή, Σαμαρά), στην ηγεσία ενός κόμματος το οποίο εκπροσωπείται κατεξοχήν από δύο στελέχη του ΛΑ.Ο.Σ., των οποίων οι εμετικές συμπεριφορές δεν μου εμπνέουν καθόλου την έγνοια για την πολιτική τους καριέρα.

Τα πιο πρόσφατα δείγματα πολιτικού έργου πολιτικών που δεν μεθόδευσαν την επαύξηση  της πολιτικής τους καριέρας, είναι δείγματα των πολιτικών της κυβέρνησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Ο λόγος που θα με ενδιέφερε το μέλλον των ανθρώπων αυτών, είναι ότι οι ίδιοι, αντίθετα με όλους τους υπόλοιπους, έδειξαν ότι θέλουν την πολιτική εξουσία όσο τους το επιτρέπει το εκλογικό σώμα. Τέτοιοι άνθρωποι, σκέφτομαι, είναι πιθανό να ενδιαφέρονται για το εκλογικό σώμα στο οποίο έχουν την ανάγκη να απευθύνονται. Η διαπραγμάτευση με τους δανειστές το πρώτο εξάμηνο του έτους, τα αντισταθμιστικά μέτρα που προσπάθησαν να πάρουν το ίδιο διάστημα, επίσης, καθώς και οι δύο προσφυγές στην κρίση, για τα όσα επεχείρησαν, του ελληνικού λαού, με κάνουν να ενδιαφέρομαι περισσότερο γι’ αυτούς απ’ ό,τι για τους άλλους. Μου θυμίζουν τον εαυτό μου, το πόσο εξαρτημένος είμαι από την κρίση των ανθρώπων για τους οποίους εργάζομαι. Ενδιαφέρομαι εγώ για εκείνους και γι’ αυτό, μάλλον, εκείνοι για μένα. Γιατί η πολιτική να διαφέρει;

Δευτέρα, 24 Αυγούστου 2015

Το εκλογικό σώμα

Δεν χρειάζεται να ανακοινωθούν οι πρώτες δημοσκοπήσεις, για να ξέρουμε τις δυνάμεις των κομμάτων στις επερχόμενες εκλογές. Χρειάζεται να ξέρουμε τη δύναμη ενός κόμματος, του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Αυτή την ξέρουμε. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Α. Τσίπρα θα είναι το πρώτο κόμμα στις εκλογές. Γιατί; Επειδή ο Α. Τσίπρας ψήφισε το τρίτο μνημόνιο με τα ομολογουμένως σκληρά μέτρα; Επειδή δεν εφήρμοσε το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης; Επειδή δεν εξαργύρωσε την επιταγή του δημοψηφίσματος; Όχι, φυσικά!
Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. του Α. Τσίπρα θα είναι πρώτο κόμμα με την πριμοδότηση που του δίνει ο εκλογικός νόμος και με ισχυρή την εντολή για σχηματισμό κυβέρνησης, επειδή οι άνθρωποι που θα ψηφίσουν πάλι τον Α. Τσίπρα χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: α) στους προσωπικούς του θαυμαστές, που είναι πάρα πολλοί, β) στους αρνητές του υπόλοιπου πολιτικού φάσματος, που είναι περισσότεροι, γ) σ’ εκείνους που καταλαβαίνουν γιατί ο Α. Τσίπρας υπήρξε «ασυνεπής», που είναι συντριπτικά πολλοί. Η δεύτερη και η τρίτη κατηγορία, φυσικά, τροφοδοτούν την πρώτη, όπως και η πρώτη τις άλλες δύο.
Οι ψηφοφόροι του παραιτηθέντος πρωθυπουργού θέλουν τις εκλογές αυτές για να τον ισχυροποιήσουν. Γιατί; Επειδή θέλουν να διαψευστούν οι προσδοκίες τους; Κάθε άλλο, φυσικά. Ο λόγος είναι ότι, σιγά – σιγά, οι προσδοκίες των Ελλήνων γίνονται ρεαλιστικές. Εκείνοι που θα αναδείξουν τον Α. Τσίπρα εκ νέου πρωθυπουργό είναι οι άνθρωποι που ξέρουν τι μπορούν και τι πρέπει να περιμένουν. Δεν ήταν τέτοιοι οι ψηφοφόροι όλων των προηγούμενων πρωθυπουργών.
Ωριμάζει το εκλογικό σώμα στην Ελλάδα. Για πρώτη φορά, ίσως, από την παλιγγενεσία, οι Έλληνες θα ψηφίσουν με γνώμονα την αντίληψή τους για το επιτεύξιμο. Αυτό εκπροσωπεί ο Α. Τσίπρας: την αντίληψη του επιτεύξιμου. Αριστερά και δεξιά του ωρύονται οι θιασώτες του ανεπίτευκτου: του δεξιού, του ακροδεξιού και του ακροαριστερού. Τους ψηφοφόρους των δύο άκρων δεν πρόκειται να τους έχει ποτέ. Δεν πρόκειται να του ζητήσουν συνεργασία, επίσης, οι αρχηγέτες των ρευμάτων αυτών.
Οι υπόλοιποι, όμως,  οι αρχηγοί του ΠΑ.ΣΟ.Κ., της Ν.Δ. και του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, που συνέπλευσαν με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για την ψήφιση του μνημονίου, είναι έτοιμοι να συνεργαστούν μαζί του, αν ο Α. Τσίπρας τους το ζητήσει.  Ξέρουν ότι δεν θα το κάνει. Είναι ο μόνος λόγος που τον αντιπολιτεύονται. Αυτή η αντιπολίτευση, όμως, των μετριοπαθών εκπροσώπων του ανεπίτευκτου, είναι εκείνη που θα ισχυροποιήσει, τελικά, τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως πρώτο κόμμα…
Ο αντίλογος θα έλθει εύλογα. Δεν είναι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. των εκλογών του Ιανουαρίου που εκπροσωπούσε το ανεπίτευκτο και… κέρδισε; Δεν κέρδισε γι’ αυτό ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Οι ψηφοφόροι της εκλογικής νίκης του Ιανουαρίου δεν περίμεναν ότι ο Α. Τσίπρας θα κάνει την Ελλάδα χώρα των … θαυμάτων. Περίμεναν αυτό ακριβώς που ακολούθησε: τα πρώτα μέτρα που κατάφερε να περάσει για την ανακούφιση των δεινότερα χειμαζόμενων από την οικονομική κρίση καθώς και την έμμονη διαπραγμάτευση. Οι ψηφοφόροι αυτοί τα ίδια θα περιμένουν και μετά τις τωρινές εκλογές. Γι’ αυτό θα ξαναψηφίσουν τον προεδρικό ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Ως προς αυτό δεν θα πέσουν έξω. Δεν έχει λόγο ο τωρινός πρωθυπουργός να τους απογοητεύσει, να μην κάνει δηλαδή με την οικονομική σταθερότητα που εξασφάλισε ό,τι έκανε προηγουμένως χωρίς … χρήματα.   
Και οι μετριοπαθείς εκπρόσωποι του ανεπίτευκτου; Η δυνάμει συνασπισμένη κεντροδεξιά; Θα επιβεβαιώσει το κυβερνητικό πρόγραμμα που … δεν έχει με τη ρητορική που θα ακούσουμε μέχρι τις εκλογές. Θα είναι πολιτική ρητορική κατεξοχήν εναντίον του Α. Τσίπρα. Στην αποδυνάμωσή του θα υπολογίσουν, ελλείψει εναλλακτικού του μνημονίου κυβερνητικού προγράμματος! Έτσι όμως καταλήξαμε, ιστορικά, σε πολιτικές μνημονιακών μονόδρομων.  Οι πολιτικοί κυβερνήτες των υψηλών πτήσεων στη σφαίρα μιας ανεπίτευκτης «ευημερίας για όλους», επί δεκαετίες εξαπατούσαν το εκλογικό σώμα, με την υπόσχεση ότι το αλεξίπτωτο θα ανοίξει. Οι δεινά τραυματισμένοι από τις αλλεπάλληλες πτώσεις θα ψηφίσουν (πάλι) τον Α. Τσίπρα, ο οποίος ως κυβερνήτης δεν έκρυψε ότι προτιμάει την … πεζοπορία.  

Όλα αυτά, βέβαια, στο πλαίσιο μιας ανατομίας του εκλογικού σώματος, τη λειτουργία του οποίου πρέπει να αρχίσουν να λαμβάνουν σοβαρά υπόψη τους οι πολιτικοί σε όλο το πολιτικό φάσμα. Οι αισθήσεις του σώματος αυτού, στο μεγαλύτερο μέρος του, είναι πολύ ευαίσθητες πια. Τροφοτούν μια πολιτική σκέψη, έτσι, που δεν αρκείται σε κακής ποιότητας πολιτικά ιδεολογήματα, μαγειρευμένα σε πρόχειρα μαγειρεία πολιτικής εξιδανίκευσης. Ο Α. Τσίπρας έσβησε τη δική του εκλογική χύτρα μετά τις εκλογές του Ιανουαρίου. Δεν θα την ανάψει για τις επερχόμενες εκλογές… Καιρός να εκκενωθούν όλα τα πολιτικά μαγειρεία, και οι πολιτικοί να παρέχουν στους ψηφοφόρους τους τα υλικά για να ετοιμάσουν μόνοι το γεύμα τους, την πολιτική τους ιδεολογία δηλαδή, το πολιτικό τους κριτήριο, που θα κάνει και τους Έλληνες πολιτικούς καλύτερους όχι … μάγειρες πολιτικής ιδεοληψίας, αλλά πολιτικούς καλλιεργητές αξιόπιστου πολιτικού λόγου και, το σημαντικότερο, αξιοπρεπούς πολιτικής πράξης!


Παρασκευή, 21 Αυγούστου 2015

Η δημοκρατία των εκλογών



Το εγχείρημα αποδυνάμωσης της κυβέρνησης του Α. Τσίπρα, που “φιλότιμα” ανέλαβαν οι εσωτερικοί στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αντιπολιτευόμενοι “μάγοι”, σε συνεργασία, φυσικά, με τους “αλχημιστές” της πολιτικής, παλαιούς και νεόκοπους, έφερε το πολυπόθητο, για την κυβέρνηση, αποτέλεσμα: τη στρατηγική προσφυγή στην εκλογική ετυμηγορία. Επιβεβαιώνεται, έτσι, η αίσθηση που είχα, και συχνά την εξέφρασα, για την ανάδειξη, στο πρόσωπο του κυβερνώντος ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ενός καινοφανούς εξουσιαστικού προτύπου αριστερής διαχείρισης της σύγχρονης ζωής. Μια σύγχρονη αριστερά, δημοκρατικά εκλεγμένη και κυβερνώσα, δεν αναμενόταν να παρακολουθήσει το πρότυπο μιας αυταρχικής διακυβέρνησης, που την έπαιρναν ως εξαναγκαστικό δώρο προσχηματικών εκλογών κυβερνητικές κοινωνικοοικονομικές ελίτ που δεν είχαν πρόθεση να είναι δημοκρατικές, να επιστρέφουν δηλαδή στο λαό όσο συχνά χρειάζεται για να νομιμοποιούν την εξουσία τους.
Αν δεν θεωρείται δημοκρατική η έγνοια του Α. Τσίπρα να μην κατηγορηθεί για υπερβάλλοντα κυβερνητικό ζήλο, τότε πώς αλλιώς στοιχειοθετείται το τεκμήριο της προσήλωσης στη δημοκρατική διαδικασία; Δεν θα μπορούσε ο Α. Τσίπρας να εκμεταλλευθεί τις συμβεβλημένες ούτως ή άλλως, αντίπαλές του πολιτικές δυνάμεις, για να σχηματίσει μια κυβέρνηση κοινής, από τους βασικούς του αντιπάλους, αποδοχής, με τον ίδιο επικεφαλής; Αυτό δεν έκαναν η Ν.Δ., το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και η ΔΗΜ.ΑΡ. για να νέμονται τους κυβερνητικούς θώκους όσο γίνεται περισσότερες ημέρες, ώρες, δευτερόλεπτα; Ακόμα και τα δευτερόλεπτα στην εξουσία μετράνε…
Δεν θα μπορούσε να κερδίσει, με τον ίδιο τρόπο, εξουσιαστικό χρόνο ο Α. Τσίπρας; Δεν θα μπορούσε να το μεθοδεύσει εξ αρχής, μάλιστα; Σαφέστατα θα μπορούσε. Θα ήταν, όμως, μια στρατηγική παλαιάς κοπής, η πολιτική της ιδεολογικής μετάλλαξης για την ασφαλέστερη δυνατή αγκίστρωση στην εξουσία. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, πραξικοπηματικής διασφάλισης της κυβερνητικής του μακροημέρευσης, θα επέλεγε ως συνεργαζομένους όχι τους ΑΝ.ΕΛ. αλλά το ΠΟΤΑΜΙ. Ένα ενδεχομένως συνεργαζόμενο, κυβερνητικό ΠΟΤΑΜΙ, θα ήταν εξαίσιο άλλοθι για να σχηματιστεί αργότερα, τώρα δηλαδή, μια οικουμενική κυβέρνηση με κυβερνητικά στελέχη από τα μητρικά του ΠΟΤΑΜΙΟΥ ΠΑ.ΣΟ.Κ. και Νέα Δημοκρατία.
            Κι όμως! Η επιλογή που έκανε ο Α. Τσίπρας στο πρόσωπο του Π. Καμμένου ήταν ριζοσπαστική, δηλαδή υπεύθυνη. Δεν ήξερε, όταν γύριζε την πλάτη του στους εκπροσώπους του άτεγκτου  πολιτικοκοινωνικού κατεστημένου, ότι θα έδινε την ευκαιρία στους εσωκομματικούς του αντιπάλους να τον ρίξουν; Δεν επέλεξε τη δική του, μοναχική, επαναστατική πορεία, την πορεία στον λαβύρινθο του πολιτικού ασύμβατου αντί για την πορεία στην πεδιάδα της δέσμευσης με την εξουσία;
            Ο παραιτηθείς πρωθυπουργός, όπως όλοι που προτιμούν την ιστορία από την πολιτική, είναι πιθανό να κερδίσει και αυτό το πολιτικό στοίχημα. Το έθεσε, άλλωστε, ο ίδιος. Έχει το πλεονέκτημα. Σε μια περίοδο που όλοι οι υπόλοιποι, εκτός της Χρυσής Αυγής και του Κ.Κ.Ε., αγωνίζονται να βρουν ή να ξαναβρούν την πολιτική τους ταυτότητα, ο Α. Τσίπρας τους ωθεί να βιαστούν, να επισπεύσουν τη διαδικασία πολιτικού αυτοπροσδιορισμού. Δεν θα προλάβουν και το ξέρουν! Ο φόβος τους, του ΠΑ.ΣΟ.Κ., της Ν.Δ., του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, της ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ, είναι έκδηλος. Γι’ αυτό, όμως, δεν φταίει ο Α. Τσίπρας. Φταίνε εκείνοι που προσποιούνται ότι εργάζονται για τους Έλληνες πολίτες. Κάποια στιγμή, αργά μέχρι και πριν από πέντε χρόνια, δυστυχώς, γρήγορα όμως τώρα πια, οι πολίτες αντιλαμβάνονται την κακή ποιότητα των ηθοποιών, τη χείριστη του πολιτικού θεάτρου που πρωταγωνιστούν, και ψηφίζουν αναλόγως. Όχι όλοι, φυσικά, οι πολίτες. Οι εγρηγορότες τώρα πια, όμως, θα είναι αρκετοί, και θα αλλάξει οριστικά ο πολιτικός χάρτης στην Ελλάδα…  

Κυριακή, 16 Αυγούστου 2015

Η βούληση για εξουσία



Η κυβερνώσα αριστερά στην Ελλάδα δοκιμάζεται οδυνηρά διπλά. Πρώτον, οι εκπρόσωποι στην Ευρώπη του κυρίαρχου κοινωνικο-οικονομικού προτύπου δεν της επιτρέπουν να κυβερνήσει ως αριστερά. Δεύτερον, ένα όχι αμελητέο μέρος του σώματός της δεν της επιτρέπει να κυβερνήσει. Τι σύμπτωση! Για τους αριστερούς ο μείζων προβληματισμός οφείλει να είναι ο εξής: αριστερή διακυβέρνηση σε συνθήκες δημοκρατίας τι σημαίνει; Τα δύο παραπάνω: ότι η δεξιά θα αντιδρά και ότι  η ίδια η αριστερά θα αντιδρά επίσης. Όλοι, οι ακροδεξιοί, οι δεξιοί, οι ψευδο-κεντρώοι ή δεξιόστροφοι και οι “άκρως αριστεροί”, αντιδρούν για τον ίδιο λόγο: δεν έχουν δημοκρατική αντίληψη για τη διακυβέρνηση.
Δύο εξουσιαστικές βουλήσεις, ουσιαστικά, κονταροχτυπιούνται στην Ελλάδα σήμερα: η βούληση για την εξουσία που προτάσσει το “πρέπει” (“έτσι θέλω επειδή έτσι πρέπει”) και η βούληση για την εξουσία που προτάσσει το “δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά” (“έτσι θέλω επειδή έτσι με ανάγκασαν να θέλω”). Την πρώτη βούληση την ξέρουμε καλά στην Ελλάδα. Είναι η βούληση όσων κυβέρνησαν από τη μεταπολίτευση μέχρι το Γενάρη του 2015. Ήθελαν να κυβερνήσουν γιατί έτσι “έπρεπε”: να κυβερνούν εκείνοι. Και έπειθαν τον ελληνικό λαό ότι έτσι έπρεπε να γίνει. Ήταν οι εποχές των “χαρισματικών ηγετών”, που έπειθαν για την αναγκαιότητα να κυβερνούν εκείνοι και κανείς άλλος.
Ήταν η εποχή, εκείνη, της νηπιακής ανάπτυξης των Ελλήνων πολιτών. Όταν βλέπουμε σήμερα προεκλογικές εκστρατείες των χρόνων εκείνων, από το 1974 μέχρι το 2008, γελάμε με τον ίδιο τρόπο που γελάμε όταν βλέπουμε φωτογραφίες ή οπτικογραφήσεις από τη νηπιακή μας ηλικία. “Πώς μπορούσαμε να είμαστε τόσο αθώοι”, σκεφτόμαστε και στις δύο περιπτώσεις. Και όμως! Οι πολιτικοί μας γονείς και κηδεμόνες ήταν επι-δέξιοι ερμηνευτές των παιδικών μας επιθυμιών: “το θέλω γιατί το θέλω”. Μας έδιναν λοιπόν να βλέπουμε και να ακούμε αυτό που θέλαμε χωρίς να μας  προβληματίζουν με σκέψεις για το αν έπρεπε να θέλουμε αυτό που δεν μπορούσαμε να αντέξουμε. Όπως τα παιδιά, που θέλουν να φάνε όλες τις καραμέλες από το μεγάλο κουτί, και μαθαίνουν ότι δεν μπορούν αφού αισθανθούν τη δυσπεψία και τον πόνο που τη συνοδεύει.
Έτσι θέλαμε τους ηγέτες μας μέχρι τώρα. Τους θέλαμε πολύ, έτσι όπως τους βλέπαμε στο φανταχτερό τους περιτύλιγμα, απαστράπτοντες από τη βούληση να μας κυβερνήσουν επειδή έτσι έπρεπε. Το διαφορετικό που ζούμε σήμερα, μιας εξουσιαστικής βούλησης που δεν επαίρεται για την αυθεντία της, εξ ου και το δημοψήφισμα, σημαίνει την αναγέννηση (αν όχι τη γέννηση) της σύγχρονης δημοκρατίας στην Ελλάδα. Οι ισχυρές υποψίες της εσωτερικής δεξιάς ότι το πρότυπο της αριστερής διακυβέρνησης που θα θελήσει, μαζί με το μνημόνιο, να εφαρμόσει ο Α. Τσίπρας θα είναι ιδιαίτερα ελκυστικό για τους Έλληνες, την κάνουν να ψηφίζει αναθεματίζοντας την κυβέρνηση που εισηγείται τα μέτρα που ψηφίζει. Οι εξίσου ισχυρές υποψίες της αντιπολιτευόμενης αριστεράς για ακριβώς την ίδια προοπτική, την κάνουν να μην ψηφίζει τα μέτρα που θα εξασφαλίσουν στην κυβερνώσα αριστερά τον κρίσιμο χώρο και χρόνο για να δοκιμάσει, αφού πρώτη φορά θα γίνει, μια διακυβέρνηση του τύπου: “θέλω να σας δώσω ό,τι αντέχετε να θέλετε, δηλαδή ό,τι ακριβώς χρειάζεστε”. Πώς θα μπορούσε να επιβιώσει, άλλωστε, ο σημερινός πρωθυπουργός; Μ’ έναν τρόπο: να κάνει τη διαφορά από μια δεξιά μνημονιακή διακυβέρνηση χωρίς ανθρώπινο πρόσωπο.
Είναι ανθρώπινο το πρόσωπο του τρίτου μνημονίου; Όχι, δεν είναι. Είναι ανθρώπινα τα πρόσωπα, όμως, που εισηγούνται την εφαρμογή του: δηλαδή μη ελκυστικά. Πολλοί Έλληνες, είπαμε, έχουν συνηθίσει, νήπιοι όντες πολιτικά, τα γεμάτα αυτοπεποίθηση πατρικά πρόσωπα κάθε είδους πολιτικών πατρόνων, δεξιάς ή αριστερής αναφοράς. Αισθάνονται σίγουροι με αυτά τα πρόσωπα, που ξέρουν γι’ αυτούς καλύτερα απ’ ό,τι εκείνοι για τον εαυτό τους. Είναι τα πρόσωπα που δεν μετανιώνουν, που δεν βρήκαν κανένα λόγο να απολογηθούν για τις πολιτικές τους που οδήγησαν την Ελλάδα στη μιζέρια που καλείται να διαχειριστεί η ακρωτηριασμένη αριστερά σήμερα. Εκείνοι “ήξεραν” τι έκαναν. Ακόμα ξέρουν. Εμείς;

Το θέλουμε ή όχι, η δημοκρατία επέστρεψε, μετά από χιλιάδες χρόνια, στην Ελλάδα. Αν μη τι άλλο, τη θνήσκουσα κυβέρνηση πρέπει να την πιστώσουμε με αυτό. Όσοι, φυσικά, θελήσαμε ποτέ τη δημοκρατία στην Ελλάδα…      

Κυριακή, 9 Αυγούστου 2015

Ο πολιτικός μας καιρός


Οι διαπραγματεύσεις  στο ελληνικό μέτωπο της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης οδεύουν με απροσδόκητα γρήγορο βηματισμό στο τέλος τους. Ως εκ τούτου, η κριτική για τη διαπραγματευτική τακτική της ελληνικής κυβέρνησης προέρχεται, τώρα πια, από την αριστερή πλατφόρμα, στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, από την παραδοσιακή αριστερά, το Κ.Κ.Ε. δηλαδή, και από την άκρα(τη) δεξιά. Ανάμεσα στο δεξιό και το αριστερό άκρο του πολιτικού φάσματος βρίσκεται ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α..
 Μήπως είναι ο κυβερνητικός ΣΥ.ΡΙΖ.Α. το απωλεσθέν στην Ελλάδα για δεκαετίες πολιτικό κέντρο; Μήπως πρόκειται για τη σύγχρονη ισορροπιστική πολιτική δύναμη, που θα διευθύνει τα επόμενα χρόνια τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα; Η στρατηγική του Α. Τσίπρα αυτό καταδεικνύει. Ο ταχύς ρυθμός των επαχθών διαπραγματεύσεων εκεί θα οδηγήσει. Έχοντας καταφέρει να αποστομώσει την εξωτερική στο κόμμα του αντιπολίτευση, να την προσεταιριστεί κιόλας, ενδυόμενος τον μανδύα της πολιτικής ορθότητας στο εσωτερικό και την Ευρώπη, ο πρωθυπουργός πέτυχε ό,τι ονειρεύεται κάθε κυβερνητικό κόμμα: την ελαχιστοποίηση του αναστήματος των ισχυρών αντίπαλων πολιτικών δυνάμεων, της αξιωματικής αντιπολίτευσης πρωτίστως.
Με τη σημαίνουσα αντιπολίτευση απενεργοποιημένη, μπορεί ο Α. Τσίπρας είτε να αποσχηματίσει είτε να εξοβελίσει τους αντιρρησίες στο εσωτερικό του μέτωπο.  Γι’ αυτό η ζέση των Ελλήνων διαπραγματευτών να λειάνουν τις διαφωνίες με τους πρώην άτεγκτους εταίρους πριν τον Δεκαπενταύγουστο. Η αλλαγή του καιρού που συνήθως ακολουθεί τη μεγάλη γιορτή θα συνοδευτεί από την εντυπωσιακή αλλαγή στο πολιτικό τοπίο. Όσο σκληρά κι αν είναι τελικά τα μέτρα που θα νομοθετηθούν, η νηνεμία στο οικονομικό γίγνεσθαι θα προκαλέσει αλλεπάλληλες οικονομικές θετικές προβλέψεις, κλίμα ευφορίας δημοσιονομικής και αίσθημα ασφάλειας για το μακροοικονομικό πεδίο στην Ελλάδα. Οι οίκοι αξιολόγησης θα σπεύσουν να αναγνωρίσουν την πρόοδο, το χρηματιστήριο θα βιαστεί να επιβεβαιώσει τις υψηλές προσδοκίες, τα επιτόκια για τα ελληνικά ομόλογα θα αρχίσουν εντυπωσιακά να πέφτουν…
Ο πολιτικός καιρός, επομένως, μαζί με τον καιρό της Φύσης, θα αλλάξουν. Το Φθινόπωρο θα έλθει δροσερό για τον ηλιοκαμμένο πολιτικά πρωθυπουργό, και το θερμόμετρο θα αρχίσει να ανεβαίνει για τους εσωτερικούς πολιτικούς του αντιπάλους. Σ’ ένα κλίμα νικηφόρου διμέτωπου αγώνα του Α. Τσίπρα με την εξωτερική και εσωτερική δεξιά, δύσκολα οι εκπρόσωποι της αριστερής πλατφόρμας θα πείσουν ότι το σχέδιο της ολικής επαναφοράς σε μια Ελλάδα άγνωστη στους Έλληνες κάτω των 50 θα μπορούσε να αποφέρει γλυκείς οικονομικούς καρπούς για όλα τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας και για τους Έλληνες κάθε ηλικίας.
Τότε, ενδεχομένως, στο συνέδριο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τον Σεπτέμβριο, να δούμε να γεννιέται ένα δεύτερο Κ.Κ.Ε., ένα πιστό αντίγραφο του πρωτοτύπου. Η μοίρα των αντιγράφων, όμως, είναι γνωστή… Συγκινούν αρκετούς μέχρι να συνειδητοποιήσουν ότι πρόκειται για αντίγραφα. Θα είναι σαν μια ηχώ, που θα θυμίζει την αξία της φωνής που ακούγεται από το βάθος της ιστορίας της παραδοσιακής αριστεράς. Όπως κάθε ηχώ, όμως, έτσι κι εκείνη της αριστερής πλατφόρμας θα σβήσει κάποια στιγμή. Άλλωστε, οι πύλες του Κ.Κ.Ε. δύσκολα θα ανοίξουν σε μεταμεληθέντες πρώην συντρόφους, που ζήλωσαν τη διακριτή τους προβολή τοποθετώντας τον εαυτό τους στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. αρκετά χρόνια πριν, για να αποκτήσουν λαοφιλέστερο πρόσωπο…

Δεν θα είναι αυτή η μεγαλύτερη νίκη του πρωθυπουργικού ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όμως, παρόλο που σήμερα ο ισχυρότερος αντίπαλός του είναι ο εσωτερικός. Η μεγαλύτερη επιτυχία του Α. Τσίπρα θα είναι η ισχυροποίησή του έναντι κυρίως της αξιωματικής αντιπολίτευσης, που “δάνεισε” την αίγλη της ευρωπαϊκής νομιμοποίησης σε μια αριστερή κυβέρνηση χωρίς να μπορεί να την πάρει πίσω. Συνομιλητής των Ευρωπαίων συντηρητικών θα συνεχίσει να είναι ο Α. Τσίπρας, στα χείλη του οποίου θα επιστρέψει σύντομα το ανοιχτό χαμόγελο. Ζητούμενο για τον πρωθυπουργό, από τον Οκτώβριο και μετά, είναι να δώσει και στους αναξιοπαθούντες Έλληνες, τους τίμιους δηλαδή, λόγους να χαμογελούν αυθόρμητα, όπως παλιά, που ο φυσικός τουλάχιστον καιρός μας έκανε να χαμογελάμε με τις εκπλήξεις του… 

Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Πολιτική και θεωρία



(Ο ιμπεριαλισμός) “… τα καταφέρνει πολύ καλά, καταφεύγοντας πότε στα στρατιωτικά πραξικοπήματα, πότε στις οικονομικές πιέσεις της Κοινής Αγοράς, εναλλασσόμενες και διευθυνόμενες από την αντεπαναστατική δράση της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, εκμεταλλευόμενος παντού τις ειδικές αδυναμίες του μαζικού κινήματος.” Αυτά έλεγε ο E. Balibar, από το βήμα διαλόγου του 22ου Συνεδρίου, και δημοσιεύτηκαν στην Ουμανιτέ, στις 22 Ιανουαρίου του 1976.
Οι σκέψεις αυτές, προϊόν της ζύμωσης στη Γαλλία για την εξελικτική ανασύνταξη του Kομμουνισμού, για τη σύνταξη μιας θέσης σαφούς σχετικά με τη δικτατορία του προλεταριάτου, μοιάζουν σήμερα φρέσκες, σαν διατυπωμένες στο παρόν για τα όσα επανήλθαν στο προσκήνιο της προβληματικής ανάπτυξης του ιμπεριαλιστικού καπιταλισμού. Οικονομικά αδιέξοδα, κοινωνική ανισότητα, κακοδαιμονία του εργαζόμενου – και όχι μόνο εργατικού - πληθυσμού, συνθέτουν, ακόμα μία φορά, το σκηνικό των καταχρηστικών μονοπωλιακών αγορών, των κεφαλαιοκρατικών οικονομικών πραξικοπημάτων παντού στον βιομηχανοποιημένο κόσμο.
Πώς αντιδρά, εν προκειμένω, η Αριστερά; Μήπως μετρά διαρκώς “ειδικές αδυναμίες”, που την κρατούν μακριά από το μαρξιστικό όραμα του μετασχηματισμού της καπιταλιστικής οικονομίας; Μήπως ο E. Bernstein, ο σημαντικός σοσιαλδημοκράτης θεωρητικός, είχε δίκιο στην κριτική που άσκησε στον Μαρξ; “Πρέπει να διακρίνουμε”, έγραφε, “ανάμεσα στις κοινωνικές και τις ιστορικές θεωρίες του Μαρξ και την πρακτική τους εφαρμογή. Όταν αποτιμάμε τα πραγματικά γεγονότα υποκείμεθα πάντα στην πλάνη, και ίσως πρέπει διαρκώς να διορθώνουμε τον εαυτό μας, ενώ η θεωρία μας παραμένει καλή διαχρονικά”. (“What Marx really taught”, 1897)
Το παράδειγμα της πρακτικής μετεξέλιξης της Αριστεράς στην Ελλάδα είναι πρόσφορο. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. προέκυψε από διεργασίες που θυμίζουν την αντίστροφη πορεία από τον Σταλινισμό στον Τροτσκισμό. Δεν είναι μόνο ο κυβερνητικός ΣΥ.ΡΙΖ.Α., όμως, που διεκδικεί ένα ειδικό εθνικό καθεστώς για την πραγμάτωση του αριστερού ιδεώδους. Και άλλα αριστερά κόμματα το επιδιώκουν. Οι Ισπανοί PODEMOS, ας πούμε, το έκαναν περισσότερο σαφές όταν αποστασιοποιήθηκαν από τον “υπέρ το δέον” επαναστάτη Τσίπρα. Μήπως έχει αρχίσει, από την άποψη αυτή, υπό τις πιέσεις της παγκοσμιοποιημένης καπιταλιστικής οικονομίας, η μετάλλαξη των αριστερών κομμάτων στην Ευρώπη σε σοσιαλδημοκρατικά μορφώματα; Μήπως θ’ αρχίσουν και οι αριστεροί, όπως οι σοσιαλδημοκράτες, να ωθούν τα έθνη στη συσσωμάτωση όχι σε ένα διεθνιστικό μαζικό κίνημα αλλά σε μια διεθνή ανομολόγητη συνομωσία συγκάλυψης των νεοφιλελεύθερων σκοπιμοτήτων;
Το ρήγμα στο εσωτερικό του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σημαίνει την αντίσταση σε μια τέτοια μετάλλαξη; Όσο η αριστερή πλατφόρμα δεν επαναφέρει τη δικτατορία του προλεταριάτου ως εκκρεμές διακύβευμα των κοινωνικών αγώνων, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ευαγγελίζεται την αριστερή “καθαρή λύση” έναντι της από καιρό θρυλούμενης σοσιαλδημοκρατικής μετάλλαξης του Α. Τσίπρα. Ο πρωθυπουργός της αριστερής “σύμπραξης για την εξουσία” πρέπει, τώρα, να καταφέρει το ενδεχομένως ακατόρθωτο: την αριστερή διαχείριση της εξουσίας ενός καπιταλιστικού κράτους προς όφελος του εργατικού πληθυσμού, σ’ ένα περιβάλλον αυστηρού διεθνούς ελέγχου των διεκδικήσεων των εργαζομένων προς όφελος της ανάπτυξης του διεθνούς κεφαλαίου.
Επειδή το στοίχημα αυτό, το πρακτικό όπως θα έλεγε ο E. Bernstein, είναι δύσκολο να κερδηθεί, πρέπει, πρωτογενώς, η αριστερή διακυβέρνηση να υπηρετήσει την αρχή της διάσωσης της θεωρίας για μια κοινωνία χωρίς την αναξιοπρέπεια που συνεπάγεται η αυτόματη ένταξη στην “τελευταία” τάξη. Ένα τέτοιο αύριο δεν μπορεί να ξημερώσει χωρίς κοινωνική πολιτική για την παιδεία. Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί να την υπαγορεύσει κανένα κέντρο διεθνούς οικονομικής χειραγώγησης. Η εφαρμογή της εναπόκειται στο εθνικό κέντρο διαχείρισης της κρίσης που δημιούργησε ο καπιταλισμός. Ακούσιοι μέτοχοι στην κρίση αυτή είναι οι νέοι άνθρωποι. Μόνο με την παιδεία θα αποφύγουν να καταστούν συμμέτοχοι, δηλαδή συνυπεύθυνοι, δηλαδή εκούσια θύματα της περισσότερο σαρκοβόρας κοινωνικής κρίσης στην ιστορία της ελεύθερης αγοράς. Μιας τέτοιας παιδείας η αρχή μία μόνο μπορεί να είναι: “εργάζομαι επειδή σκέφτομαι, για να συνεχίσω να σκέφτομαι· όχι επειδή καταναλώνω, για να συνεχίσω να καταναλώνω…”  
             Έτσι θα αποσβεσθεί η καταλυτικότερη ειδική αδυναμία του μαζικού κινήματος (Ε. Balibar), η πλάνη, στην οποία θα σταματήσουν να υπόκεινται όσοι θέλουν να αποτιμούν ορθά τα πραγματικά γεγονότα (Ε. Βernstein)…