Κυριακή, 27 Σεπτεμβρίου 2015

Ο δεξιός θίασος


 

Στη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, το σύνθημα για το νέο που ερχόταν να αντικαταστήσει το παλιό, πράγμα που έγινε, ενόχλησε ιδιαίτερα τη Ν.Δ.. Δεν έπρεπε, ωστόσο. Το σύνθημα κυριολεκτούσε. Ένα κόμμα που πρόσφατα απέκτησε ιδιαίτερα σημαντική εκλογική νομιμοποίηση, ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α., ήλθε να διαδεχθεί στην εξουσία δύο κόμματα που εξάντλησαν τη νομιμοποίηση αυτή στο παρελθόν. Πιο δραματική η εκλογική επιβεβαίωση του παρωχημένου, έλαβε χώρα στην περίπτωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Και της Ν.Δ., όμως, η εκλογική δύναμη στις τελευταίες εκλογές έμοιασε με τη λάμψη που βλέπουμε στον ουρανό όταν πέφτουν τα αστέρια. Μια στιγμιαία αναλαμπή, πριν το αστέρι χαθεί για πάντα…
Τόσο δραματική δεν είναι η κατάσταση με τη Ν.Δ.. Δεν θα σβήσει τόσο γρήγορα το παλιό της άστρο. Όμως, το πόσο παλιό είναι αυτό το κόμμα γίνεται καθημερινά, μετά τη δεινή του ήττα, όλο και περισσότερο σαφές. Η Ν.Δ. ανέκαθεν ήταν οι ηγετικές της ομάδες. Από την κορυφαία ομάδα, του αρχηγού, μέχρι τους ελάχιστους ηγετίσκους των τοπικών οργανώσεων, η δεξιά στην Ελλάδα έδινε την παράσταση των εντυπώσεων, που τόσο πρωτοποριακά δίδαξε στην ελληνική πολιτική σκηνή ο ιδρυτής της Ν.Δ.. Οι θεατές – ψηφοφόροι της παράταξης, εθισμένοι στις «μεγάλες παραστάσεις», συνήθισαν να ψηφίζουν πρόσωπα με αίγλη ηθοποιού.
Από τους μεγάλους καρατερίστες της Ν.Δ., όμως, το κόμμα κατάντησε να εξαρτάται από υποκριτές κατάλληλους μόνο για μικρούς ρόλους. Ο καλύτερος κομπάρσος από αυτούς επελέγη από έναν κατά λάθος πρωταγωνιστή να ηγηθεί του κόμματος στην πιο κρίσιμη περίοδο της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Ελλάδα. Το κόμμα ή θα καταποντιζόταν εκλογικά ή θα συσπείρωνε τους ξεχασμένους ψηφοφόρους του. Το δεύτερο έγινε. Η υποκριτική ικανότητα του Ε. Μεϊμαράκη ξύπνησε το εκλογικό ένστικτο της αναγνώρισης του δεξιού «αναστήματος», και άνθρωποι που έβλεπαν και άκουγαν να αναβιώνει μια καρικατούρα του ένδοξου παρελθόντος έσπευσαν να ψηφίσουν τον τελευταίο θιασάρχη του κόμματός τους.
            Οι καλές έως ανεκτές από τους ψηφοφόρους της παραστάσεις της Ν.Δ., όμως, δόθηκαν ανεπιστρεπτί. Τώρα έχουμε αρχίσει να παρακολουθούμε ένα θέατρο, κυριολεκτικά, σκιών. Η σκιά του μεγάλου πατέρα των μικρών πολιτικών του τέκνων πηγαινοέρχεται μεταξύ του παρόντος και του επόμενου κόσμου, και υπαγορεύει, υποτίθεται, την ανάδειξη σε πρωταγωνιστή τού καταφανώς περισσότερο ατάλαντου από τα τέκνα του. Το παραγκωνισμένο θηλυκό «ταλέντο» ήλπιζε στη νίκη της παράταξης, για να μην έλθει η αποφράδα ημέρα που θα έβλεπε τον πατέρα της να υποστηρίζει τον αδελφό της για την πρώτη θέση στη σκηνή του δεξιού μπουλουκιού. Γι’ αυτό και το προεκλογικό προξενιό στην Κρήτη του σύντεκνου υπηρεσιακού Κρητικού με τον αποπνευματωμένο κύρη της. Φευ, όμως!    
            Οι τάσεις που εκδηλώθηκαν για την ηγεσία της Ν.Δ. φέρουν έντονο το χρώμα του παλιού, το ασπρόμαυρο. Ακόμα και οι νέοι υποψήφιοι, οι προαλειφόμενοι διεκδικητές του χάρτινου στέμματος, προδίδουν τη δραματική έλλειψη στη Ν.Δ. από νέο, κυριολεκτικά, αίμα και νέο πολιτικό πνεύμα. Λείπουν τα χρώματα από την ελληνική δεξιά. Συνεχίζει να χρωματίζει, λοιπόν, με τον λόγο των κομπάρσων στελεχών της την ελληνική πραγματικότητα με άσπρο και μαύρο. Παίρνουν τα μαύρα τους χρώματα και, μουντζουρωμένοι οι ίδιοι από το παρελθόν τους, χρωματίζουν μαύρους τους πολιτικούς τους αντιπάλους, και προσπαθούν να πείσουν, όπως πριν από τις εκλογές, ότι οι ίδιοι είναι φορείς του λευκού και τα μελανοδοχεία τους καθαρά…
            Η απόφαση του Ε. Μεϊμαράκη να μην κρατήσει πολύ η προεκλογική περίοδος στο κόμμα ήταν σοφή. Ή ήταν πονηρή, που για τη δεξιά είναι το ίδιο. Όσο λιγότερο εκτεθούν τα ελαττώματα των επίδοξων πρωταγωνιστών σε μια σκηνή στην οποία οι πολίτες – θεατές έχουν αρχίσει να θέλουν να βλέπουν πραγματικά ταλέντα, τόσο μικρότερες θα είναι οι απώλειες σε εισιτήρια – ψήφους για τον πολιτικό τους θίασο. Ακόμα και λίγο όταν εμφανίζονται οι ατάλαντοι στη σκηνή, όμως, η υστέρησή τους φαίνεται. Ακόμα και οι φανατικοί θιασώτες της Ν.Δ. το έχουν καταλάβει. Γι’ αυτό παρακαλούν να ξαναέλθει το παλιό, ο υπηρεσιακός θιασάρχης, στο προσκήνιο, και να οδηγήσει το θίασο σε μια τετραετία δύσκολης αντιπολίτευσης. Το παλιό είναι μοίρα για τη Ν.Δ., είτε τελικά υποβάλει υποψηφιότητα ο Ε. Μεϊμαράκης είτε παραχωρήσει τη σκηνή στους «νεαρούς» εκπροσώπους των φυσικών και πολιτικών τους προγόνων.
            Μία ευκαιρία είχε η Ν.Δ. να μη γεράσει γρήγορα. Την έχασε όταν ο Κ. Στεφανόπουλος έχασε στις εσωκομματικές εκλογές από τον Κ. Μητσοτάκη. Σήμερα Κ. Στεφανόπουλος στη Ν.Δ. δεν υπάρχει. Ούτε, προβλέπω, πρόκειται να (ξανα)υπάρξει. Έτσι έπρεπε, προφανώς. Ο κύκλος της ζωής είναι αμείλικτος. Της πολιτικής επίσης…

Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Φιλοσοφία της Πολιτικής


Είναι δύσκολο να μιλήσεις για την πολιτική. Είναι ουσιαστικό το οποίο επιδέχεται ορισμών, όπως άλλα. Η πολιτική, όμως, δεν είναι ο ορισμός της. Όπως δεν είναι η ζωή ο ορισμός της ή ο θάνατος ο ορισμός του ή ο έρωτας ο ορισμός του… Έτσι γεννήθηκε η φιλοσοφική σκέψη. Είναι η προσπάθεια του ανθρώπου να καταλάβει αυτά που αντιλαμβάνεται όταν δεν του αρκεί να τα αντιλαμβάνεται. Έτσι, για παράδειγμα, καλλιεργήθηκε η ηθική φιλοσοφία, η σκέψη για όσα κάνουμε και για όσα πρέπει να κάνουμε, η φιλοσοφία της γνώσης, η σκέψη για τον τρόπο που γνωρίζουμε, η αισθητική, η σκέψη για τα κριτήρια του ωραίου, η πολιτική φιλοσοφία, η σκέψη για την πολιτική κατάσταση του ανθρώπου.
Η πολιτική, βέβαια, καθεαυτή, ως πράξη, απορρέει από τη σκέψη μας για την κατάστασή μας. Η πολιτική σκέψη του ανθρώπου είναι σκέψη για την κατάστασή του. Όχι, φυσικά, την κατάστασή του όταν σκέφτεται τον εαυτό του μόνο του ή απομονωμένο. Η πολιτική ως πράξη, έτσι, είναι αυτό που κάνουμε όταν αναγκαζόμαστε να σκεφτούμε τον εαυτό μας σε σχέση με τους άλλους. Ο τρόπος που επιστρέφουμε στον εαυτό μας, επηρεασμένοι από τη ζωή μας με τους άλλους, και αποφασίζουμε με τη σειρά μας να τους επηρεάσουμε, είναι η πολιτική μας θέση και στάση.
Το πώς σκεφτόμαστε τον εαυτό μας πολιτικά, φυσικά, εξαρτάται από τη θέση που (ήδη) έχουμε στην πόλη. Από την τοποθεσία ή την τοποθέτησή μας στην πόλη εξαρτάται ο τρόπος που θα σκεφτούμε για την πόλη, δηλαδή για τους άλλους πολίτες. Όλοι οι άνθρωποι δεν τοποθετούνται από τη γέννα ή την τύχη ή τη δράση τους στην ίδια θέση μέσα στην πόλη…
Οι πολιτείες έχουν πυργοειδή μορφή. Όσοι γεννιούνται στα κάτω διαμερίσματα, βλέπουν τον πύργο και τον ορίζοντα από χαμηλά. Όσοι στα πάνω διαμερίσματα, βλέπουν τον πύργο και τον ορίζοντα από ψηλά. Και οι δύο κατηγορίες ανθρώπων θεωρούν τη θέα αυτή φυσική. Δεν προβληματίζονται για τη θέση τους, παρά μόνο όταν καταλαβαίνουν ότι ο τρόπος που βλέπουν την κοινή τους πόλη διαφέρει.  
 Έτσι, όταν εκείνοι που βρίσκονται κάτω αντιλαμβάνονται ότι εκείνοι που βρίσκονται πάνω δεν τους βλέπουν, αρχίζουν να αναρωτιούνται τί βλέπουν οι ένοικοι των πάνω διαμερισμάτων του πύργου. Οι δεύτεροι προβληματίζονται για τη σχέση τους με τους πρώτους όταν η συμπεριφορά των πρώτων τούς κάνει να αναρωτιούνται γιατί εποφθαλμιούν τη θέση τους. Η αντίληψη που διαμορφώνουν οι δυο αυτές κατηγορίες ανθρώπων για τη θέση τους συνοψίζεται στις πολιτικές ιδεολογίες ή θεωρίες τους.
Ένα εύλογο ερώτημα, εδώ, θα ήταν το εξής. Ο πύργος της πόλης δεν έχει ενδιάμεσα διαμερίσματα; Έχει! Είναι εκείνα που καταλαμβάνουν οι ένοικοι των κάτω διαμερισμάτων, στην προσπάθειά τους να αναρριχηθούν προς τα πάνω, για να φθάσουν στην κορυφή. Δεν προλαβαίνουν να φθάσουν εκεί, στα πάνω διαμερίσματα του πύργου, και καταλαμβάνουν τα μεσαία. Όσοι γεννιούνται εκεί, στη λεγόμενη μέση, που δεν είναι, του πύργου, δηλαδή της πόλης, αισθάνονται ότι βρίσκονται πιο κοντά στην κορυφή. Το πόσο μακριά είναι, το καταλαβαίνουν όταν προσπαθούν να φθάσουν ψηλά, αλλά γρήγορα επιστρέφουν πίσω, αν δεν πέφτουν πιο χαμηλά από εκεί που βρίσκονταν.
Αυτή η αυτόματη κατάταξη των ανθρώπων μέσα στην πόλη, στον πύργο της, παράγει σκέψη για την κατάστασή τους, την πολιτική τους σκέψη, η οποία απολήγει, όπως είπαμε, στην πολιτική τους στάση ή πράξη. Ένας ορισμός για την πολιτική, που συχνά τον ακούμε, είναι η «συμμετοχή στα κοινά», η συμβολή στη διαμόρφωση των κοινών κτλ. Εδώ γίνεται ένα σοβαρό λάθος. Τα «κοινά» δεν είναι κοινά. Οι κάτοικοι των διαμερισμάτων της πόλης έχουν τα δικά τους ο καθένας, όσα περιέχονται στις περιοχές ή τις τάξεις, όπως λέμε, που ζουν.
Εξ ορισμού, επομένως, πολιτική, όταν είναι επιλογή να κάνεις διακριτή τη θέση σου στην πόλη, σημαίνει να διεκδικείς για λογαριασμό σου και για λογαριασμό της τάξης σου. Καθένας, έτσι, στο πλαίσιο της πολιτικής του δράσης, αναμένεται να διεκδικεί αυτά που ήδη έχει. Θα ήταν παράλογο, προφανώς, να ισχυριστούμε ότι οι ένοικοι των πάνω διαμερισμάτων του πύργου της πόλης, διεκδικούν για λογαριασμό των ενοίκων των κάτω διαμερισμάτων. Το ίδιο και το αντίστροφο. Δεν θα μπορούσαν, στα σοβαρά, οι κάτοικοι των κάτω διαμερισμάτων να διεκδικούν για λογαριασμό των ενοίκων των υψηλών διαμερισμάτων.
Κι όμως! Η σύγχυση γίνεται αρκετά συχνά, κυρίως όταν συγχέεται η πολιτική ένταξη με την ιδιότητα του πολίτη που ψηφίζει. Η ψήφος δεν είναι αρκετή για να σε καταστήσει πολιτικό ον. Πολιτικός δεν είναι αυτός που ψηφίζει. Πολιτικός είναι αυτός που ψηφίζεται. Η ψήφος εκείνων που ψηφίζουν ενισχύει όσους σκέφτονται για λογαριασμό τους και των ανθρώπων της τάξης τους, διατυπώνουν τις σκέψεις τους, διεκδικούν να ανήκουν στην τάξη που ανήκουν και αγωνίζονται για τα δικαιώματα της τάξης τους. Θεωρητικά δεν αποκλείεται κανείς από τον πολιτικό αγώνα, της διεκδίκησης των δικαιωμάτων που απορρέουν από την τάξη του. Επικρατούν πολιτικά, ωστόσο, εκείνοι που θα το επιδιώξουν εντατικότερα, μαχητικότερα.
Αυτοί, είτε πρόκειται για τους πολιτικούς των πάνω είτε για τους πολιτικούς των κάτω διαμερισμάτων του πύργου της πόλης, είναι όσοι απολαμβάνουν, στην πόλη, τα προνόμια των πολιτών που ξεχωρίζουν από το πλήθος για τον ρόλο που αναλαμβάνουν στη διεκδίκηση των συμφερόντων της τάξης τους. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν το ασύγκριτα σημαντικό αίσθημα ότι η προσωπική τους ύπαρξη πολλαπλασιάζεται, γιγαντώνεται, από την επίνευση στο πρόσωπό τους όσων δέχονται να εκπροσωπηθούν από εκείνους στον πολιτικό στίβο. Για να μη μιλήσουμε, φυσικά, για τα μοναδικά προνόμια που έχουν οι άνθρωποι οι οποίοι παίζουν, έστω για όσο έχουν πολιτικά αξιώματα, το ρόλο του συνιδιοκτήτη του κράτους.
Η ιδιοκτησία αυτή του κράτους, στον σύγχρονο κόσμο, συνεπάγεται τη διαχείριση, που εύκολα μπορεί να γίνει αδιαφανής, τεράστιων ποσών χρημάτων αλλά και επωφελών σχέσεων με οικονομικά ισχυρούς εκπροσώπους των διαμερισμάτων στην κορυφή του πύργου της πόλης. Έτσι, μπορεί οι πολιτικοί ταγοί να είναι πολλαπλά ωφελημένοι από την ανάδειξή τους σε υψηλά πολιτειακά αξιώματα, αν σκοπός τους, φυσικά, είναι να επωφεληθούν προσωπικά από την πολιτική τους εξουσία. Οι πολίτες των σύγχρονων ευρωπαϊκών κρατών γίνονται συχνά μάρτυρες τέτοιων καταχρήσεων των πολιτειακών αξιωμάτων.
            Ένας τρόπος για να εκφράσουν οι πολίτες αυτή την απαρέσκεια, είναι η αποχή από την εκλογική διαδικασία, η συλλήβδην απαξίωση της δημοκρατίας. Με τη στάση αυτή οι πολίτες απλώς επιβεβαιώνουν την αδυναμία τους να συμμετάσχουν στη διεκδίκηση διακριτού ρόλου μέσα στην πόλη τους. Ότι δεν ψηφίζουν είναι μία από τις στάσεις που επιλέγουν για να δείξουν ότι αδιαφορούν για όσους διεκδικούν αξιώματα και εξουσίες μέσα στην πόλη. Αυτή η αδιαφορία, φυσικά, τους καθιστά αυτόματα υποκείμενους στη βούληση όσων, τελικά, καταφέρνουν να διακριθούν και να εκλεγούν σε θέσεις εξουσίας. Οπωσδήποτε, βέβαια, κάποιοι που απέχουν μπορεί να έχουν δική τους, προσωπική ή οικογενειακή ισχύ, να βρίσκονται ήδη εγκατεστημένοι στα ψηλά διαμερίσματα του πύργου της πόλης τους, και να βλέπουν από ψηλά τον ορίζοντα της ζωής τους.
            Σε κάθε περίπτωση, δεν θέλω να συγκρίνω εκείνους που ψηφίζουν με εκείνους που απέχουν, και να πω ότι οι πρώτοι βρίσκονται σε πλεονεκτικότερη θέση. Αυτή είναι μια ιδέα που εντέχνως διασπείρεται από όσους διεκδικούν το εκλογικό προβάδισμα, για να μπορέσουν να το διασφαλίσουν. Σημαντικοί σε κάθε εκλογική διαδικασία είναι οι ψηφοφόροι μόνο για να νομιμοποιήσουν την ισχύ εκείνων που είναι πραγματικά σημαντικοί, των διεκδικητών της πολιτικής εξουσίας. Αυτοί, ως σημαντικοί, καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της σκηνικής επιφάνειας της πόλης. Σημαίνουν για την πόλη πολλά, και τη σημασία αυτή τους την αποδίδει η πόλη με τις ψήφους που καταφέρνουν να συγκεντρώσουν.
            Το πόσο σημαντικοί δεν είναι οι ψηφοφόροι καθεαυτούς, καταφαίνεται από την περίοδο που ακολουθεί την εκλογική. Τότε, όσοι ήταν ήδη στο προσκήνιο, οι εκλογικά προβεβλημένοι, παραμένουν στο προσκήνιο, κυρίως όταν έχουν εκλεγεί. Η σημασία των ψηφοφόρων υποχωρεί δραματικά μέχρι τις επόμενες εκλογές. Για την πραγματικότητα αυτή οι ψηφοφόροι αισθάνονται ενίοτε πικρία. Κυρίως, βέβαια, εκείνοι που έχουν υποστηρίξει τους νικητές, και δεν δικαιώνονται οι προσδοκίες τους, στην καλύτερη περίπτωση, για την καλύτερη ζωή που περίμεναν να διασφαλίσει στους πολίτες της πόλης η κυβέρνηση που επέλεξαν.
            Εδώ είναι κρίσιμο να γίνει ο διαχωρισμός ανάμεσα σε δεξιά και αριστερή αντίληψη για την πραγματικότητα της πόλης. Για να διατηρήσουμε και να αξιοποιήσουμε τον συμβολισμό της πόλης ως πύργου, δεν θα ήταν άστοχο να εντοπίσουμε τους δεξιούς ψηφοφόρους είτε στους κατοίκους των υψηλών δωμάτων του πύργου είτε στους κατοίκους των μεσαίων και χαμηλών διαμερισμάτων που θαυμάζουν και εμπιστεύονται τους πρώτους. Απόδειξη για την κατηγοριοποίηση αυτή είναι οι ακροδεξιές αντιλήψεις: δεν εμπεριέχουν επιταγές για κοινωνική δικαιοσύνη, στρέφονται εναντίον των αναξιοπαθούντων (βλ. την προσφυγική κρίση και τη στάση της ακροδεξιάς σήμερα) και πριμοδοτούν την απολυταρχική εξουσία, που μπορούν, σε καθεστώς αστικής δημοκρατίας, να έχουν πιο εύκολα οι πολιτικοί που εκπροσωπούν τους κατοίκους των υψηλών διαμερισμάτων.
            Από την άλλη πλευρά, οι αριστερές αντιλήψεις πριμοδοτούν τους διεκδικητές της πολιτικής εξουσίας που ευνοούν, θεωρητικά τουλάχιστον, τα δικαιώματα εκείνων που δεν έχουν άλλο μέσο να επιβιώσουν κοινωνικά, παρά μόνο την καθημερινή εργασία που τους εξασφαλίζει στοιχειωδώς τα προς το ζην. Γι’ αυτό η αριστερή ιδεολογία υποστηρίζει την κρατική υπόσταση μιας χώρας: αφενός για να μπορούν όσοι δεν έχουν οικονομική εξουσία να χρησιμοποιούν την προστατευτική ασπίδα του κράτους για να επιβιώνουν πολιτικά, και, αφετέρου, για να μπορούν να ευνοούν τους ψηφοφόρους τους, που εξ ορισμού δεν διαθέτουν οικονομική δύναμη.
            Σήμερα, βεβαίως, προβάλλεται ως εναλλακτική πολιτική λύση και πρόταση εξουσίας το κέντρο ή ο κεντρώος πολιτικός χώρος. Τον επικαλούνται πολιτικά κόμματα που, από δεξιά προερχόμενα ή από αριστερά, προσβλέπουν στην εκλογική δεξαμενή της μεσαίας τάξης. Από την άποψη αυτή, ο κεντρώος χώρος στην πολιτική είναι ένας νόθος χώρος. Κρύβει πολιτικές δυνάμεις που έχουν μια μετριοπαθή αριστερή ή, πιο συχνά, μια δεξιά εξουσιαστική πρόταση.
            Σε κάθε περίπτωση, αυτό που τόνισα στην αρχή, και στο οποίο επανέρχομαι για να μπορούμε να αξιολογήσουμε πολιτικά τις δεξιές και τις αριστερές πολιτικές προτάσεις, είναι το εξής: οφείλουμε να θυμόμαστε, για χάρη του πολιτικού μας προσανατολισμού, όσοι δεν τον έχουμε αυτόματα, και εξαιτίας της θέσης μας στην πόλη, ότι ο πύργος της πόλης δεν δομείται με τη γέννησή μας. Είναι χτισμένος στέρεα, και γεννιόμαστε σε ένα από τα τρία του επίπεδα, τα οποία δεν έχουν ίση απόσταση μεταξύ τους, δηλαδή το μεσαίο από τα άλλα δύο. Επειδή το μεσαίο στρώμα βρίσκεται πολύ κοντά στο χαμηλό, δηλαδή δεν βρίσκεται στη μέση, εύκολα άνθρωποι μεταβαίνουν από αυτό στο ισόγειο του πύργου.

Από την άλλη, εκείνοι που βρίσκονται στην κορυφή δύσκολα μπορούν να κατρακυλήσουν στο έδαφος. Για όσους, από την άλλη, βρίσκονται στο έδαφος είναι αδύνατο να φθάσουν στην κορυφή. Αυτά, φυσικά, υπό το πρίσμα μιας συνηθισμένης ανθρώπινης ζωής, που δεν διαρκεί αρκετά για τόσο δραματικές αλλαγές. Με δεδομένο αυτό, καθένας μπορεί να κρίνει τι αξίζουν οι πολιτικοί αγώνες, και αν αξίζει να συμμετέχει ή να πρωτοστατεί στους αγώνες της τάξης του. Σε κάθε περίπτωση, όσα είπαμε απόψε είναι οδηγός για να κρίνουν τον πολιτικό λόγο, τις πολιτικές ιδεολογίες και τις πολιτικές προτάσεις εξουσίας, όσοι ως νέοι ή ως «απλώς» αδιάφοροι, τα πολλά και αδιάφορα θύματα του πολιτικού στίβου στον οποίο αγωνίζονται άλλοι δηλαδή, δεν έχουν καταλάβει τι σημαίνει να βρίσκεσαι στα χαμηλά ή στα μεσαία, που είναι το ίδιο, διαμερίσματα του πύργου της πόλης…
        (25/10/2015, Λευκωσία, Γκαλερί "Διαχρονική")

Κυριακή, 20 Σεπτεμβρίου 2015

Ο συμβολισμός της νίκης




Οι εφιαλτικοί οιωνοί, που στόματα χωρίς φραγή διατύπωναν, πολιτικών, δημοσιογράφων, δημοσκόπων, δεν επαληθεύτηκαν. Η πραγματικότητα των μοχλεύσεων που στόχευαν στη βίαιη επαναφορά της Ελλάδας σ’ ένα παρελθόν που δεν υπάρχει πια, ήταν η μήτρα που γέννησε τα φαντάσματα ανθρώπων που περιφέρονταν διεκδικώντας η χώρα να καλυφθεί εκ νέου από σκιές δύσμορφες, καταδικασμένες να μείνουν στο πάτωμα έρημων αιθουσών μιας πολιτικής τέχνης που έχασε την «αίγλη» της.
Το πολιτικό ένστικτο των Ελλήνων έμοιαζε μουδιασμένο, όπως τα μέλη ανθρώπου σε ύπνο βαθύ, που βλέπει, ανίσχυρος να αντιδράσει, τον χειρότερο εφιάλτη. Δεν ήταν έτσι. Το σώμα ήταν έτοιμο να ξυπνήσει, να διαλύσει το σκηνικό του απειλητικού ονείρου. Κι έτσι έγινε.
Απόψε κέρδισε ο Έλληνας που δεν τρομοκρατείται πια, που δεν υποβάλλεται η πολιτική του συνείδηση από τύπους που έχουν τη μορφή πολιτευτών, παπάδων και δασκάλων της εποχής που μεγάλωνα, μέσα στη Χούντα. Τότε, οι τρεις «πυλώνες» μιας Ελλάδας που δεν ανήκε στους Έλληνες, ήταν εκεί για να μας θυμίζουν ότι η ελληνική πολιτεία είναι πολύ ακριβή για να την ψαύουν χέρια ανθρώπων με σημάδια από τίμια δουλειά. Στα χέρια τα δικά μας, των παιδιών που μεγάλωναν εκείνη την εποχή, οι ρόζοι από το ξύλο στο σχολείο, για να «συνετιστούμε», δεν προλάβαιναν να υποχωρήσουν, από το Σάββατο στη Δευτέρα, για να σκεφτούμε να τα βγάλουμε από τις τσέπες που τα κρατούσαμε, για να ζεσταίνονται και να μη φαίνονται…
Δεν είναι αυτή η Ελλάδα σήμερα. Δεν είμαστε εμείς εκείνοι οι Έλληνες. Πολιτευτές με ύφος παλιού δασκάλου, επομένως, με την έπαρση παλιού παπά, δεν μπορούσαν να επηρεάσουν σήμερα ψηφοφόρους, όπως τους επηρέαζαν μέχρι και πριν από πέντε χρόνια, που οι άνθρωποι ακόμα προσκυνούσαν στον δρόμο την εικόνα από το Άγιο Όρος, που οι τελευταίοι κυρίαρχοι εκπρόσωποι του κακόγουστου πολιτικού θεάτρου που περιέγραψα, σκέφτηκαν να επιστρατεύσουν, με ρασοφόρους επιχειρηματίες, για να επιδείξουν τη «δύναμή» τους στους Έλληνες.
Το εκλογικό μας σώμα δεν ανατριχιάζει πια στη θέα και στο άκουσμα απεχθών στα μάτια μας μορφών, όμοιων με κούκλες γυμνές σε βιτρίνα κατεδαφισμένου καταστήματος πολιτικών ανδρείκελων. Στο στόμα μας αναδευόταν αυτόματα η χλεύη για όσους διανοήθηκαν ότι μπορούν ακόμα να μας τρομάζουν. Ήταν καιρός η βιτρίνα να σπάσει. Ήταν ο καιρός μας να τη σπάσουμε…
Το αυθόρμητο χαμόγελο που αργήσαμε δεκαετίες ν’ αφήσουμε στα χείλη μας να διαγραφεί, σχηματίστηκε αυτόματα στη θέα ανθρώπων που χαμογελούν, των δύο που προκρίναμε να βλέπουμε περισσότερο μπροστά μας τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Με τους ανθρώπους αυτούς, τον Α. Τσίπρα και τον Π. Καμμένο, την ίδια εποχή μεγαλώσαμε. Σε σκονισμένες αλάνες θέλαμε να παίζουμε, τότε, στο πείσμα του σκοταδιού που έπεφτε και των προτροπών από τους γείτονες να επιστρέψουμε στο σπίτι. Δεν θέλαμε να επιστρέψουμε… Αυτή η βούληση εκφράστηκε στις εκλογές σήμερα. Αποφασίσαμε πως οι γείτονες δεν ξέρουν καλύτερα από εμάς πόσο αντέχουμε έξω από το σπίτι αλλά δίπλα του, έξω, εκεί που βρίσκαμε ο ένας τον άλλον, για να γελάσουμε με τους γείτονες που ωρύονταν ότι νύχτωσε.
Ό,τι κι αν γίνει από αύριο, το ένστικτο των Ελλήνων που οδηγηθήκαμε εδώ δεν έπεσε έξω. Το σκοτάδι που δεν μας φόβισε τότε, που η ψυχή μας έβρισκε τις γρίλιες που έβαζαν φως στη ζωή μας, ξέραμε ότι δεν έπρεπε να παραμείνει εδώ, για να το βρουν τα παιδιά μας. Ό,τι κι αν δείξουν οι επόμενες ημέρες, οι νύχτες μας δεν θα έχουν εφιάλτες. Καιρός αυτούς, τους εφιάλτες, ν’ αρχίσουν να τους βλέπουν όσοι θέλησαν να τρομάζουμε στο άπλετο φως της ημέρας!      

 

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

Εξουσιοπάθεια


Στις εκλογές της Κυριακής ανταγωνίζονται δύο, κυρίαρχες στο είδος τους, εξουσιαστικές οπτικές. Η μία είναι των κομμάτων που αντλούν την εξουσιαστική τους νομιμοποίηση από τον εαυτό τους. Η άλλη είναι των κομμάτων που στηρίζουν την εξουσιαστική τους αναφορά στο κοινωνικό σώμα, στην ίδια την κοινωνική τους βάση. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκουν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες. Στην πρώτη κατηγορία ανήκουν τα υπόλοιπα προβεβλημένα κόμματα.
Η μαζική στέγαση στο πολιτικό υπόστεγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ψηφοφόρων που εμπιστεύτηκαν τον Α. Τσίπρα, οφείλεται στην αίσθηση που αποκόμισαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπων α) ότι δεν είναι ξένοι μεταξύ τους, έτσι που συναντήθηκαν στο ίδιο κόμμα, και β) ότι το κόμμα δεν είναι κόμμα των κομματικών του στελεχών, που χρησιμοποιεί τους ψηφοφόρους του για να νομιμοποιεί τις φιλοδοξίες των διαχειριστών του κομματικού μηχανισμού.
            Οπωσδήποτε, καθέναν που ασχολείται με την πολιτική τον κινεί μια διάθεση να προβληθεί ως πολιτικό ον που δικαιούται να επιβιώσει κοινωνικά επειδή οι πολίτες θα του αναγνωρίσουν μια διακριτή πολιτική ταυτότητα. Έχει σημασία, ωστόσο, ο τρόπος με τον οποίο συμβάλλονται οι πολίτες με το κόμμα που ψηφίζουν. Η Ν.Δ., για παράδειγμα, είναι κόμμα που καλεί τους ψηφοφόρους της να ενισχύσουν με την ψήφο τους την εξουσιαστική προοπτική του κόμματος. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και οι ΑΝ.ΕΛ. καλούν τους ψηφοφόρους τους να ενισχύσουν, ψηφίζοντάς τους, όχι την κομματική τους εκπροσώπηση αλλά την προοπτική το κόμμα να κυβερνήσει στο όνομα των ψηφοφόρων του, οι οποίοι δεν ταυτίζονται με το κόμμα αλλά με αυτό που εκπροσωπεί το κόμμα στον πολιτικό χάρτη.
            Αυτός ο πολιτικός χάρτης, όπως διαμορφώνεται στην εκλογική διεκδίκηση των ημερών, είναι πασίδηλα χωρισμένος σε κόμματα που επιδιώκουν να ενισχύσουν το εξουσιαστικό τους προφίλ (ΠΟΤΑΜΙ και ΠΑ.ΣΟ.Κ.), σε κόμματα που διεκδικούν την εξουσιαστική τους αναφορά σε ένα μέρος του εκλογικού σώματος (Χρυσή Αυγή, ΛΑ.Ε., Κ.Κ.Ε.), στο κόμμα που αξιώνει την απόλυτη κυριαρχία στο πολιτικό σκηνικό (Ν.Δ.), και στα κόμματα που επιδιώκουν να ενισχύσουν την εκλογική τους βάση όχι για να την εξουσιάζουν, και, μέσω αυτής, το σύνολο του πληθυσμού της Ελλάδας, αλλά για να την υπηρετούν.
            Η έννοια της πολιτικής υπηρεσίας πήρε νόημα στη συγκυβέρνηση που εξέπνευσε στην προηγούμενη κοινοβουλευτική περίοδο. Αδιάψευστος μάρτυς είναι οι απώλειες που υπέστησαν και τα δύο κόμματα, οι οποίες οφείλονται στη διάψευση των προσδοκιών ψηφοφόρων που «δεν ανήκουν» σε ένα κόμμα, αλλά που πιστεύουν ότι το κόμμα μπορεί να ανήκει σε αυτούς επειδή δεν ανήκει στον εαυτό του, δηλαδή στα κομματικά του στελέχη, που το χρησιμοποιούν για την προσωπική τους πολιτική, κοινωνική και οικονομική εξέλιξη. 
            Οι "απογοητευμένοι" ψηφοφόροι των δύο κομμάτων που κυβέρνησαν, έτσι, πρέπει να ξανασκεφτούν γιατί τα ψήφισαν και γιατί σκέφτονται να μην τα ξαναψηφίσουν. Αν ο λόγος που στήριξαν τους Τσίπρα και Καμμένο ήταν η βούλησή τους να κυβερνιούνται από πολιιτικά υποκείμενα που συνέχονται από την έγνοια για την κρίση που τους επιφυλάσσουν οι Έλληνες, τότε ο λόγος αυτός δεν εξέλιπε. Αν τους ψήφισαν για να κυβερνηθούν από κάποιους που εμπιστεύονται μόνο ... την κρίση τους, η οποία υπαγορεύεται μόνο από την ανάγκη τους για εξουσία, τότε τα υπόλοιπα κόμματα τους περιμένουν!  
            Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ξέρει ότι εξαρτάται από τους ψηφοφόρους του, και αυτό θέλει. Η Ν.Δ. ανέκαθεν επεδίωκε οι ψηφοφόροι της να εξαρτιούνται από το κόμμα, και να τους χειρίζεται κατά βούληση, να τους ποδηγετεί για να απολαμβάνει το κόμμα την εξουσία και τα στελέχη του τα οφέλη από αυτή. Για τη Ν.Δ. οι ψηφοφόροι είναι μια αναγκαία αλλά ανεπιθύμητη συνθήκη εξουσιαστικής επικράτησης. Για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α οι εκλογείς του είναι ο μοναδικός λόγος που υπάρχει, και εξαιτίας τους στοχεύει στην εξουσία που δεν τη στρέφει πάνω και εναντίον τους, αλλά εναντίον του κόμματος που συνήθισε να ψηφίζεται ως κόμμα εξουσίας.

            Η Ν.Δ. δεν είναι πια αυτονόητη εξουσιαστική πολιτική δύναμη. Γι’ αυτό η εναγώνια προσπάθεια αποκλειστικά του αρχηγού της να πείσει για την κοινωνική της αναφορά. Δεν είναι τυχαίο, όμως, που στη ρητορική της Ν.Δ. κυριαρχεί η αναφορά στην Ελλάδα, ενώ στη ρητορική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. η αναφορά στους Έλληνες. Για τους εξουσιοπαθείς δεν υφίσταται η υλική υπόσταση των υποκειμένων που υφίστανται την εξουσία τους. Για εκείνους που δεν ταυτίζονται με την εξουσιαστική τους ιδιότητα, οι εκλογείς που τους παρέχουν την εξουσία είναι το κίνητρο για να πολιτεύονται. Αυτός ήταν ο χαρακτήρας της συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. - ΑΝ.ΕΛ.. Γι’ αυτό, παρόλες τις απώλειες, η εκλογική δυναμική του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. είναι ισχυρή. Του την παρέχουν οι πολίτες που θέλουν η κυβέρνησή τους να λογοδοτεί στους ίδιους και όχι … στον εαυτό της!

Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Τα Ευαγγελικά και ο Ευάγγελος


Αρχείο:Evangelika1901.jpg

Ο αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, ο παρενθετικός, «γράφει» την επικεφαλίδα στην ιστορία ενός κόμματος, της Ν.Δ.. Ο τίτλος της Ν.Δ., που μπήκε σήμερα στη Δ.Ε.Θ., είναι: «η αμετανόητη εξουσία».
Δεν μετανιώνουν δύο είδη ανθρώπων: εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους αθώο και εκείνοι που δεν μπορούν παρά να εγκληματούν. Οι εκ πεποιθήσεως επαγγελματίες της εξουσίας ανήκουν, εκ των πραγμάτων, στη δεύτερη κατηγορία. Η ιστορία της Ν.Δ. έχει να επιδείξει μια αισχρή προϊστορία, η οποία αρχίζει από τους «νοικοκυραίους» που δολοφόνησαν τον Καποδίστρια, περνάει από τα «Ευαγγελικά» και τις δολοφονίες για τη γλώσσα, συνεχίζει στη βαρβαρότητα της δικτατορίας του Μεταξά και φθάνει στη δολοφονία του Λαμπράκη.
Οι φοιτητές που ξεχύθηκαν στους δρόμους τον Νοέμβριο του 1901, αφιονισμένοι από τις προτροπές του Μιστριώτη, του δασκάλου τους στο Πανεπιστήμιο, του εκπροσώπου της συντήρησης της εποχής, δεν διαφέρουν από τους οπαδούς της Ν.Δ. από τη μεταπολίτευση και μετά, που γίνονται όργανο, άλλοι ηθελημένα άλλοι άθελα, για την εξυπηρέτηση της εξουσιομανίας και των κατεστημένων συμφερόντων των  πολύφερνων δεξιών μνηστήρων της εξουσίας. Ο αρχηγός τους, σήμερα, ο σύγχρονος Μιστριώτης, και ως παλαιός αρχηγός της νεολαίας της Ν.Δ., εξέπεμψε σήματα κινδύνου και κάλεσε τους «νουνεχείς» πολίτες να μην επιτρέψουν στον «ατίθασο και επιπόλαιο νέο», τον Α. Τσίπρα, έναν άλλον Αλέξανδρο Πάλλη, να συνεχίσει τους πειραματισμούς του.
Ο Α. Πάλλης ήταν ο λόγιος βαμβακέμπορος που «τόλμησε» να μεταγλωττίσει τα Ευαγγέλια στις αρχές του 20ου αιώνα. Το εγχείρημά του κρίθηκε από κάποιους δεινοσαύρους του πανεπιστημιακού κατεστημένου, από τους γλωσσαμύντορες της εποχής (Κόντος, Βάσης, Μιστριώτης), ως έγκλημα καθοσιώσεως εναντίον της γλώσσας και του έθνους. Το όραμα του Α. Πάλλη και άλλων πλείστων όσων δημοτικιστών δικαιώθηκε μετά  από επτά δεκαετίες, όταν η πτώση της Χούντας σηματοδότησε την παρακμή της καθεστωτικής δεξιάς, που συσσώρευσε στο σώμα του ελληνισμού τοξικές ουσίες που ακόμα το κρατούν φιλάσθενο και αδύναμο.
Τέτοιος λόγος, τοξικός, ήταν ο λόγος του Ε. Μεϊμαράκη στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης. Ατόφιος απόηχος της χειρότερης δεξιάς ρητορικής, περιείχε μόνο πικρόχολες δήθεν διαπιστώσεις και ιερεμιάδες της πιο άθλιας πρόθεσης: εκείνης που έχουν συμπλεγματικοί, μισάνθρωποι ιεροκήρυκες, οι οποίοι ηδονίζονται στη σκέψη των ενοχών που προκαλούν στους καθηλωμένους, λόγω Θείας Λειτουργίας, ακροατές τους. Αυτά διανθίζονταν με μια εμετική επίφαση μεγαλοθυμίας, ώριμης δήθεν διάθεσης να συγχωρέσει το «παιδί» που παρέκκλινε από την οδό της σωφροσύνης, της σύνεσης, της παρθενίας, και τόλμησε να αμφισβητήσει την εξουσία του ευρωπαϊκού ιερατείου της δεξιάς, να κοροϊδέψει την τελετουργία των μασονικής έμπνευσης συναθροίσεων των αρχιερέων της πολιτικής νομιμοφροσύνης στην Ευρώπη. Κι ένα ακόμα «έγκλημα» του Α. Τσίπρα. Τόλμησε να μη θέλει να συνεργαστεί με το παραδοσιακό εξουσιαστικό κατεστημένο στην Ελλάδα, που εκπροσωπεί τώρα ο μυστακοφόρος μύστης των μυστηρίων του συντηρητικού αυτισμού.
Του Ε. Μεϊμαράκη, αν τύχαινε να τον συναντήσω και να πρέπει να συνεργαστώ μαζί του, θα με ανησυχούσε το ύφος του όταν δεν παίζει τον πολιτικό του ρόλο, τον δοσμένο στα άδυτα δώματα του δεξιού πάλαι ποτέ κάστρου, τώρα παράγκας. Είναι το βλέμμα των ανθρώπων του είδους του, που έχω μάθει, επειδή πάθει, να τους ξεχωρίζω από μακριά, και να τους αποφεύγω. Προσηλωμένο κάτω, συνήθως, στα παπούτσια τους ή τις ακαθαρσίες του δρόμου, ανεβαίνει σιγά - σιγά προς τα πάνω, σημαδεμένο από την οδύνη του ανθρώπου που πρέπει, «για μια ακόμα φορά», να υποκριθεί ότι επικοινωνεί με τον κόσμο, ενώ αισθάνεται καλά μόνο όταν κλείνεται στον εαυτό του, στην προσπάθειά του να σκεφτεί γιατί κατάφερε «μόνο τόσα» στη ζωή του.

 Ο Ε. Μεϊμαράκης έπρεπε και δεν έπρεπε να είναι τώρα αρχηγός της Ν.Δ.. "Έπρεπε" γιατί είναι η τελευταία πειστική εφεδρεία της αμετανόητης δεξιάς. Δεν έπρεπε γιατί, ως τελευταία εφεδρεία, θα κάνει τα πάντα για να ευοδωθεί η ύστατη ελπίδα της Ν.Δ. να επιβιώσει. Γι’ αυτό, το δηλητήριο που εκχέει ο λόγος του είναι άφθονο. Δεν ορρωδεί να το σπαταλήσει αδιάκριτα, πάνω στη συνείδηση κάθε Έλληνα που τον ακούει. Είναι το ίδιο ένστικτο που οδήγησε στη δολοφονία του Καποδίστρια. Εύχομαι τώρα, στην πολιτική αυτή μάχη, να μην είναι παρόμοιο το αποτέλεσμα …

Παρασκευή, 11 Σεπτεμβρίου 2015

Το εκλογικό ένστικτο

Η εκλογική επιλογή, η απόθεση της ψήφου του πολίτη σ’ ένα κόμμα, απηχεί την τάση της ιδιοσυγκρασίας του, μόνιμη ή συγκυριακή. Των κομμάτων η επιτυχία κρίνεται από το είδος της ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας που έχουν καταφέρει να εκπροσωπούν. Όσο μονιμότερος ο ανθρώπινος χαρακτήρας που εκπροσωπεί ένα κόμμα, τόσο συμπαγέστερη η εκλογική του δύναμη, τόσο μακροβιότερο το κόμμα.
            Η Ν.Δ., από την άποψη αυτή, είχε τον συμπαγέστερο εκλογικό πληθυσμό της μεταπολιτευτικής Ελλάδας. Τα πρόσωπα που ηγούνταν του κόμματος, μέχρι και τον Κ. Καραμανλή, τη συμβολική ολοκλήρωση της δυναστείας των παρελκυστικών προσωπικοτήτων του κόμματος, συντήρησαν την εκλογική δυναμική της Ν.Δ. για 35 χρόνια. Εκπροσώπησαν το εκλογικό σώμα των ανθρώπων που δεν εμπιστεύονταν τη σκέψη τους στην κάλπη. Έδιναν τα πρόσωπα που ποδηγέτησαν τη συμπαγέστερη εκλογική μάζα στην Ελλάδα την εντύπωση στους ψηφοφόρους τους ότι η ψήφος τους στη Ν.Δ. ήταν ψήφος που δεν χρειαζόταν να σκεφτούν αν είναι ορθή. Αρκούσε η παρουσία των ηγητόρων της Ν.Δ. στο πολιτικό προσκήνιο για να αισθάνονται ασφαλείς πολίτες ιδιοσυγκρασιακά επιρρεπείς σε ανασφάλειες κάθε είδους.
            Το ΠΑ.ΣΟ.Κ., ως αντίβαρο στη δεξιά παράταξη, εκπροσώπησε ανθρώπους οι οποίοι είδαν στο πρόσωπο του Ανδρέα Παπανδρέου την ευκαιρία να εκφραστεί η ιδιοσυγκρασιακή τους αυτοπεποίθηση, που δεν μπορούσε να εκφραστεί από την αριστερά του Κ.Κ.Ε., το οποίο ανέκαθεν, και τώρα, εκπροσωπεί ανθρώπους οι οποίοι, στο όνομα της κομματικής αυθεντίας, αμέσως αναστέλλουν τη διάθεση που έχουν να σκεφτούν επαναστατικά, και επομένως αυτόνομα, οι ίδιοι. Ο Α. Παπανδρέου, ενώ ποδηγετούσε συναισθηματικά και ιδεολογικά μια μεγάλη εκλογική μάζα, καλλιεργούσε την ψευδαίσθηση στους ψηφοφόρους του ότι σκέφτονται οι ίδιοι για λογαριασμό τους, ενώ σκεφτόταν ο αρχηγός του ΠΑ.ΣΟ.Κ. για εκείνους. Η πρόσκληση της Φ. Γεννηματά στα φαντάσματα των ψηφοφόρων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., της εκλογικής δεξαμενής του κόμματος στη δεκαετία του ’80, να επιστρέψουν «στο σπίτι τους», είναι ο απόηχος της παπανδρεϊκής σαγήνης, στο πρόσωπο μιας γυναίκας που εκπροσωπεί,  με το όνομα του πατέρα της, την παλιά φρουρά των παρελκυστικών πολιτικών προσωπικοτήτων του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Το φαντασματικό όμως σώμα των παλαιών ψηφοφόρων του ΠΑ.ΣΟ.Κ. έχει διαμελιστεί, και τα διάφορα μέλη του γεμίζουν τις εκλογικές δεξαμενές κομμάτων που, μετά την παρακμή του ΠΑ.ΣΟ.Κ., εξαιτίας της ηθικής και βιολογικής κατάπτωσης του Α. Παπανδρέου, έμελλαν να εκπροσωπήσουν τους ψηφοφόρους που ήθελαν να αισθάνονται αυτοπεποίθηση όταν πήγαιναν στις κάλπες.       
             Επιστρέφω στη Ν.Δ.. Με την εκλογή ενός χαρακτηρισμένου πολιτικού αποστάτη στην ηγεσία της, του Κ. Μητσοτάκη, δόθηκε το σύνθημα στους επίδοξους διεκδικητές, από τα δεξιά, μέρους του εκλογικού σώματος των ανασφαλών ψηφοφόρων της δεξιάς, να … αποστατήσουν και να δοκιμάσουν την τύχη τους εκτός κόμματος. Πρώτος, και καλύτερος μεταξύ των αποτυχημένων δεξιών αποστατών, ήταν ο Α. Σαμαράς. Η πολιτική του Άνοιξη, όμως, εκπροσωπούσε μόνο τη μονομανία του αρχηγού της. Δεν μπορούσε το φαιδρό εκείνο κομματίδιο, κατ’ εικόνα του χαμογελαστού ηγέτη του, να κόψει ένα υπολογίσιμο κομμάτι από το εκλογικό σώμα των ανασφαλών δεξιών ψηφοφόρων, και να επιβιώσει στην ελληνική πολιτική σκηνή. Γι’ αυτό ο Α. Σαμαράς «ευτύχησε» να ψηφιστεί από τους ψηφοφόρους που πρώτα πρόδωσε και μετά διεκδικούσε την ψήφο τους, μόνο όταν επέστρεψε στο σπίτι του κόμματος που παραδοσιακά εκπροσώπησε αυτούς τους ψηφοφόρους.
            Τη «δόξα» του Σαμαρά ως αρχηγού ενός ανύπαρκτου κόμματος, ζήλωσαν και άλλοι αφελείς αποστάτες της Ν.Δ.. Ήταν ο Μάνος, ο Αβραμόπουλος και, τελευταία, για να συνεχιστεί η οικογενειακή παράδοση της αποστασίας, η κόρη του μεγάλου αποστάτη, η οποία έκανε πολιτική καριέρα όχι, φυσικά, με το επώνυμο του αποστάτη πατέρα της, αλλά με το επώνυμο του δολοφονημένου από τους μονομανείς, εκτός πολιτικής, μονομάχους της πολιτικής αλητείας στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης.
            Εκείνοι που κατάφεραν, δυστυχώς, να προσελκύσουν ένα υπολογίσιμο εκλογικό μέλος του σώματος της δεξιάς, είναι οι χειρότεροι εκπρόσωποι των ανασφαλών ενστίκτων πολιτών που αδυνατούν παντελώς να σκεφτούν οι ίδιοι την ταυτότητα, τη ζωή και τη θέση τους στον κόσμο. Αυτούς εκπροσωπεί ο Μιχαλολιάκος και οι σωματοφύλακές του, τους ανασφαλέστερους ψηφοφόρους της δεξιάς.
            Παρόλες τις απόπειρες διάσπασης που υπέστη ο κορμός της δεξιάς, όμως, η εκλογική της μάζα παρέμεινε υπολογίσιμη. Στις επικείμενες εκλογές θα σκληρύνει, γιατί ο Α. Τσίπρας ενεργοποίησε το ένστικτο ανασφάλειας των ψηφοφόρων της. Η νίκη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α θα εξαρτηθεί από τους πολίτες που θα θελήσουν, με την ψήφο τους, να γίνουν εγγυητές της δυναμικής ενός συνασπισμού πολιτών που θα θέσουν, στις εκλογές αυτές, τις βάσεις της συλλογικότερης δυνατής θεραπείας των Ελλήνων από το σύνδρομο της τυφλής εμπιστοσύνης σε πολιτικούς που εκμεταλλεύονται την ανασφάλειά τους.
Ο Σ. Θεοδωράκης, από την άποψη αυτή, για να περιορίσει τη δυναμική του Α. Τσίπρα, χρησιμοποιήθηκε για να προσελκύσει ψηφοφόρους οι οποίοι έχουν τη διάθεση να εκπροσωπηθούν από κάποιον που, φαινομενικά, υπηρετεί την αυτοδιάθεσή τους. Το αντίθετο συμβαίνει. Η παρουσία του Θεοδωράκη στην πολιτική σκηνή εντέχνως φιλοτεχνήθηκε από εκείνους που έχουν συμφέρον να συντηρηθεί η δυναμική των ανασφαλών ψηφοφόρων και να αναστηλωθεί η εξουσιαστική αίγλη του κόμματος που παραδοσιακά τους εκπροσωπεί, της Ν.Δ..
Στις εκλογές της επόμενης εβδομάδας δεν θα αναβιώσει η γιγαντομαχία των πολιτικών ενστίκτων του 1981. Ο Α. Τσίπρας δεν θα παίξει τον ρόλο του δούρειου ίππου, για να μη διοχετευτεί η αντίδραση των ελευθερόφρονων ψηφοφόρων στην κομμουνιστική αριστερά. Αυτόν τον ρόλο έπαιξε ο Α. Παπανδρέου το ’81. Αυτόν τον ρόλο παίζει το ΠΟΤΑΜΙ, εναντίον του Α. Τσίπρα, το 2105! Ο Α. Τσίπρας δίνει την ευκαιρία σε όσους, αριστερούς ή μη, θέλουν να εκπροσωπηθεί η ελεύθερη συνείδησή τους, να το πράξουν. Αυτό μόνο με έναν τρόπο μπορεί να γίνει: με την ψήφο. Απώλειες ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. θα έχει. Θα είναι ένα μέρος των αναποφάσιστων, τώρα, πρώην ψηφοφόρων του. Θα είναι αρκετοί από εκείνους που ψήφισαν τον Α. Τσίπρα τον Ιανουάριο χωρίς να καταλάβουν ακριβώς τι εκπροσωπεί. Κάποιους τους έχει καταλάβει το αίσθημα της ανασφάλειας, και είναι προφανές τι θα ψηφίσουν. Άλλους, που ψήφισαν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. απλώς για να αντιδράσουν, τους περιμένει η ΛΑ.Ε.. Γι’ αυτούς δημιουργήθηκε, άλλωστε.  

Τη μάχη θα την κρίνουν οι αναποφάσιστοι που θα αποφασίσουν λίγο πριν ή μπροστά στην κάλπη ότι θα ψηφίσουν τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. γι’ αυτό που εκπροσωπεί μόνο ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.: την προοπτική της διαχείρισης των κοινών από πολιτικούς οι οποίοι δεν επενδύουν στην ανασφάλεια των ψηφοφόρων. Όσοι το κάνουν, κατεξοχήν η Ν.Δ., επωφελούνται από συνθήκες κρίσης, όπως η τρέχουσα. Τις δημιουργούν, μάλιστα, για να είναι σίγουροι ότι δεν θα χάσουν τους ψηφοφόρους τους! Ευχής έργο θα είναι οι δεξιοί που, από εθνική πεποίθηση, ψήφισαν τους Ανεξάρτητους Έλληνες τον Ιανουάριο, να το ξαναπράξουν. Θα τους δοθεί η ευκαιρία, έτσι, να εκπροσωπηθούν πάλι στην ελληνική βουλή και στην κυβέρνηση. Μαζί πάλι με τον Συνασπισμό θα επιχειρήσουν να πείσουν πως η διακυβέρνηση στα χέρια ανεξάρτητων πολιτικών είναι επωφελής για πολίτες που θέλουν να είναι ανεξάρτητοι αλλά και για τους άλλους, οι οποίοι ούτε το μπορούν ούτε, ενδεχομένως, το θέλουν…



Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Το ιδεολόγημα της συνεργασίας

Είναι ευδιάκριτοι οι λόγοι που η Ν.Δ., στην προεκλογική «ενημέρωση» των πολιτών, επιμένει στο ιδεολόγημα της συνεργασίας. Ο πρώτος, και βασικός, είναι ότι δεν πιστεύουν ότι μπορούν να κερδίσουν τις εκλογές. Το ποσοστό που «παίρνουν» στις εικονικές δημοσκοπήσεις ξέρουν ότι είναι το μεγαλύτερο που θα μπορούσαν, ιδεωδώς, να πάρουν. Δεν φθάνει για να κερδίσουν. Θέλουν, όμως, έστω και αυτό το ποσοστό!  
Ο λόγος, λοιπόν, που κάνει τον αρχηγό της Ν.Δ. και άλλα προβεβλημένα στελέχη να ομνύουν στο όνομα της συνεργασίας, είναι για να μπορέσουν να (ξανα)κερδίσουν 5% των ψηφοφόρων, που θα τους φέρει από την εκλογική πανωλεθρία του Ιανουαρίου στο ποθητό ποσοστό του Σεπτεμβρίου, που δεν μπορεί να ξεπερνάει εκείνο του Ιανουαρίου! Μετά τον Ιανουάριο του 2015, η Ν.Δ. είναι λογικό να έχει χάσει το 5%, τουλάχιστον, των ψηφοφόρων της. Για να αναπληρώσουν αυτό το ποσοστό, πρέπει να δημιουργήσουν μια δεξαμενή ψηφοφόρων.
 Υπολογίζουν, έτσι, ότι θα μπορέσουν να πείσουν περίπου 300.000 ανθρώπους ότι, αν ψηφίσουν ή ξαναψηφίσουν Ν.Δ., δεν θα ψηφίσουν τον αρχηγό της ως πρωθυπουργό και τους όμοιούς του ως υπουργούς. Θέλουν να πιστέψουν οι εύπιστοι ψηφοφόροι, που δεν είναι πια πολλοί, ευτυχώς, ότι η ψήφος στη Ν.Δ. είναι ψήφος σε ένα κόμμα που θα παίξει τον ρόλο του πολιτικού ενορχηστρωτή. Η Ν.Δ., δηλαδή, ως ενδεχομένως πρώτο κόμμα, θα διορίσει πρωθυπουργό - ακόμα και - τον Α. Τσίπρα και υπουργούς από τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α., το ΠΑ.ΣΟ.Κ. και το ΠΟΤΑΜΙ.
Κάτι τέτοιο, φυσικά, για να καταλάβουμε πόσο παράλογο είναι, σημαίνει ότι, για να (ξανα)κερδίσει η Ν.Δ. το 5%, υπόσχεται να μη γίνει αυτό που πιστεύει το 22% των ψηφοφόρων της ότι θα γίνει: ότι η Ν.Δ. θα κυβερνήσει. Αυτό ξέρουν ότι δεν μπορεί να γίνει ούτε με το 22% ούτε με το 26 - 27%. Είναι δραματική η συγκυρία για τη ναυαρχίδα της δεξιάς στην Ελλάδα. Αν, τελικά, το ποσοστό της Ν.Δ. δεν ξεπεράσει το 25%, η Ν.Δ. θα χάσει οριστικά το εύπιστο 5%, που δεν ήταν πια δικό της, ούτως ή άλλως, και θα χάσει ακόμα 4 – 5% από τον πυρήνα της, για να γίνει ένα κόμμα έτοιμο προς διάσπαση.
Η μόνη περίπτωση να μη συμβεί το μοιραίο στην αναξιόπιστη, πια, δεξιά φάλαγγα, είναι να συγκυβερνήσει, έστω, στο επόμενο κυβερνητικό σχήμα, ακόμα και χωρίς να είναι ο αρχηγός της πρωθυπουργός. Το ζητούμενο, δηλαδή, για τη Ν.Δ., είναι να μη διαλυθεί στα εξ ων συντίθεται, και όχι να αναλάβει το πηδάλιο της χώρας, για να τη βγάλει από τα βράχια που εκείνη την έριξε. Το κίνητρο για να κερδίσει αυτές τις εκλογές η Ν.Δ. δεν είναι ευγενές. Αυτός είναι ο λόγος, άλλωστε, που ο προγραμματικός της λόγος είναι ρηχός, λειψός. Η πρώην κυρίαρχη δεξιά περιορίζεται στην καταγγελία της επτάμηνης διακυβέρνησης του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και στην επιχείρηση αποδυνάμωσης του Α. Τσίπρα, τον οποίο, όμως, η Ν.Δ. χρειάζεται δυνατό.
Παράδοξο μεν, αλλά είναι έτσι. Όταν πρωτογενώς η αίγλη κάποιου χάνεται, ο μόνος τρόπος να επιβιώσει είναι να γίνει εχθρός ενός ισχυρού αντιπάλου. Αν ο Α. Τσίπρας, ξαφνικά, αποφασίσει να αποσυρθεί από το πολιτικό προσκήνιο, δεν θα καταρρεύσει μόνο ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Θα καταρρεύσει, πρώτα, η Ν.Δ., η οποία, χωρίς αντίπαλο δέος, θα λάμψει διά του ζόφου των προσώπων που την κατοικούν. Τα φθαρμένα αυτά πρόσωπα, των ασυνάρτητων προσωπικοτήτων, που συνωστίζονται στις ανοιχτές διάπλατα πόρτες του ερειπίου στα δεξιά της Βουλής, θα προσφέρονται για αμέτρητο οίκτο, έτσι ανερμάτιστοι που θα κείτονται στα λιγοστά έδρανα που θα τους απομείνουν.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ο Β. Μεϊμαράκης εκλιπαρεί για συνεργασία, επικαλούμενος το συμφέρον της χώρας. Η Ελλάδα, όμως, είχε συνεργατικές κυβερνήσεις τα τελευταία τρία χρόνια. Αυτές επεξέτειναν το χάος στο οποίο παραδόθηκε η χώρα από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και μετά. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται συνεργαζόμενες πολιτικές δυνάμεις που καλύπτουν η μία τα νώτα της άλλης. Χρειάζεται πολιτικές κυβερνητικές προτάσεις και ισχυρές αντιπολιτευτικές αντιπροτάσεις. Αν μπορεί να γίνει σύνθεση, αυτή θα είναι στη βάση μιας αμοιβαίας κατανόησης για το καλό της χώρας, και όχι για την επιβίωση των κομματικών παρατάξεων.
Η μόνη ισχυρή κυβερνητική πρόταση, σ’ αυτή τη συγκυρία, είναι η πρόταση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Το πρόγραμμά του, μάλιστα, είναι λεπτομερές, σταθμισμένο, με σαφή πολιτική ταυτότητα. Η Ν.Δ., ακόμα κι αν της το πρότεινε ο Α. Τσίπρας, δεν θα ήθελε να συμμετάσχει στην εφαρμογή ενός τέτοιου προγράμματος ως «δεύτερο κόμμα». Θα έχανε το πολιτικό της στίγμα. Θα καθίστατο αναξιόπιστη και έρμαιο των εσωτερικών ανταγωνισμών για προβεβλημένες κομματικές θέσεις…

Τα κόμματα, τέλος, έχουν λόγο να υπάρχουν όσο οι κοινωνικές δυνάμεις που τα στηρίζουν είναι ζωντανές, υγιείς και παραγωγικές. Ακόμα και αυτό έπαψε να ισχύει για τη Ν.Δ.. Αυτό θα φανεί στις εκλογές και, ακόμα περισσότερο, μετά από αυτές. Αυτόν τον εφιάλτη βλέπει συχνά ο Β. Μεϊμαράκης, και προσπαθεί να τον ξορκίσει με μια λέξη: «συνεργασία»…

Κυριακή, 6 Σεπτεμβρίου 2015

Πολιτική φαιδρότητα


Ο λόγος που συνοδεύει, ως εκκωφαντική υπόκρουση, την προεκλογική εκστρατεία της Ν.Δ., του ΠΑ.ΣΟ.Κ., του ΠΟΤΑΜΙΟΥ και της Λαϊκής Ενότητας είναι φαιδρός και με τις δύο σημασίες του όρου: την αρχαία και τη νέα. Ως φαιδρός που είναι, με την έννοια του αστείου, προκαλεί ένα είδος χαράς, φαιδρότητας, με την αρχαία σημασία του όρου. Χαιρόμαστε, σημαίνει, να τον ακούμε, όπως όταν ακούμε αστεία, ανέκδοτα. Ένα μειδίαμα ελάχιστων δευτερολέπτων ή ένα γέλιο αυτόματο στο άκουσμα παραδοξοτήτων, και η χαρά υποχωρεί γρήγορα, όπως ήλθε… Γιατί, στην περίπτωσή μας, τα ανέκδοτα είναι χιλιοειπωμένα, και, ως αφορώντα το μέλλον της Ελλάδας, κακόγουστα.
Είναι, βέβαια, και η φαιδρότητα του ύφους των τεσσάρων αρχηγών, που πρωτοστατούν στις εμφανίσεις των δύο υπολειμματικών, αφενός, και των δύο εκτρωματικών κομμάτων αφετέρου. Ο της Ν.Δ. επικεφαλής εναλλάσσει την ακατάσχετη διάθεσή του να είναι πικρός στην κριτική του με μια ψευδεπίγραφη και σοβαροφανή συγκαταβατικότητα. Ο συνδυασμός είναι πολύ δύσκολος. Σαν να αισθάνεται και ο ίδιος την αντιφατικότητα στη ρητορική του εμφάνιση, χαμογελάει σχεδόν μόνιμα, ακόμα κι όταν λέει τα πιο δυσάρεστα πράγματα.
Η αρχηγός του ΠΑ.ΣΟ.Κ., φιλόδοξη περισσότερο απ’ όσο μπορεί να αντέξει το εύθραυστο προφίλ της γυναίκας που πασχίζει να δικαιολογήσει στον εαυτό της την απόφαση να γίνει αρχηγός, επείγεται να κρύψει την ανασφάλειά της με την υπερβολή του αντιπολιτευτικού μένους. Στην προσπάθειά της, ο τόνος της φωνής της γίνεται σπαραξικάρδιος, απολογητικός, διδακτικός αλλά και απειλητικός. Δυσάρεστο ακρόαμα, που γίνεται ακόμα πιο ενοχλητικό όταν συνδυαστεί με την όψη  του παγωμένου προσώπου που εκφέρει τον λόγο.
Ο επικεφαλής του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, ο διεκδικητής της τρίτης θέσης στη σειρά της εκλογικής επιτυχίας, προδίδει μ’ ένα μόνιμο, αθέλητο, χαρακτηρολογικά δικό του μειδίαμα, την αδυναμία του να μιλήσει αρκετά σοβαρά. Γι’ αυτό όσα λέει βρίσκονται διαρκώς στα όρια της εκφραστικής ακροβασίας. Η άβυσσος της ασάφειας χαίνει στη συνείδησή του, έτοιμη να καταπιεί φράσεις ειπωμένες με αδικαιολόγητο στόμφο, για να ξεγελάσουν, εύχεται, ακόμα και τους προσεκτικούς, και τους απαιτητικότερους ακροατές του.
Η κενολογία, όμως, θριαμβεύει στα χείλη του οδηγητή της Λαϊκής Ενότητας. Είναι πραγματικά δύσκολη η θέση του. Πρέπει να συμβιβάσει την πολιτική επιπολαιότητα με μια σοβαρότητα που του χρειάζεται για να πείσει ότι δεν είναι επιπόλαιος. Έτσι, όταν μιλάει κοιτάζει διαρκώς το κενό, σαν να μη θέλει να ακούει αυτά που ο ίδιος λέει ή σαν να εκλιπαρεί μια αόρατη δύναμη να του εμπνεύσει σοφότερες ρήσεις από εκείνες που καταφέρνει να διατυπώσει.  
Το περιεχόμενο του λόγου και των τεσσάρων είναι, ως επί το πλείστον, συνθηματικό. Το καλούν και οι συνθήκες των ανοιχτών συγκεντρώσεων αυτό, των ανθρώπων που δεν συγκεντρώνονται εκεί για να ακούσουν αλλά για να υποστηρίξουν με την παρουσία τους την υπόσταση των ομιλητών. Ως εκ τούτου, οι ομιλητές δεν αισθάνονται υποχρεωμένοι να εκφέρουν σκέψεις, συλλογισμούς. Ενδιαμέσως των συνθημάτων, όμως, για να ποικίλλει ο λόγος, αναγκάζονται να αναπτύξουν επιχειρήματα.  Αυτά, κατά κύριο λόγο, είναι ασυνάρτητα, ασύντακτα, ακόμα και αντιφατικά. Είναι επιχειρήματα ανθρώπων που δεν έχουν πρόσφατο αντικείμενο ενδιαφέροντος για όσα αναγκάζονται από τη θέση τους να πουν. Είναι δύσκολο να μιλήσεις γι’ αυτά που έχεις καταφέρει να μην μπορείς ούτε να υποσχεθείς.
Μου είναι δυσάρεστο, αλλά θα αναφερθώ, με μια πρόταση, στον λόγο και το ύφος της «προαλειφόμενης» ως αντιπολίτευσης της φανταστικής συγκυβέρνησης ΣΥ.ΡΙΖ.Α. – Ν.Δ.. Οι ακροατές της Χρυσής Αυγής επιτρέπουν στους ομιλητές που την εκπροσωπούν να ξεδιπλώνουν ακατάσχετα μπροστά τους εικόνες παραληρήματος ανθρώπων που έχουν την ειδική ανάγκη να εξευτελίζουν και να δολοφονούν πρόσφυγες. Εκπίπτουν, φυσικά, οι λόγοι των Χρυσαυγιτών από την κατηγορία των τεσσάρων πρωτοπόρων στην πολιτική φαιδρότητα. Δεν είναι ούτε αστείοι ούτε αντικείμενο – έστω προσωρινού – γέλωτα, οι συνοφρυωμένοι αφιονισμένοι, που τρέφονται και με το αίμα των μικρονοϊκών οπαδών τους.
Όσο για τον ορισμό μέχρι πρόσφατα της φαιδρότητας, τον αρχηγό της Ένωσης Κεντρώων, έπαψε, ακόμα κι αυτός, να μας δίνει τη χαρά που μας έδινε. Οι δημοσκοπήσεις που τον θέλουν μέσα στη Βουλή με ανησυχούν. Σκέφτομαι όσους θα πάρει μαζί του ως βουλευτές, εκείνους που θα ενισχύσουν τη βουλευτική οχλαγωγία, που εμπίπτει, δυστυχώς, στην προστασία της βουλευτικής ασυλίας.

Η προεκλογική περίοδος, ευτυχώς, θα διαρκέσει λίγο…

Παρασκευή, 4 Σεπτεμβρίου 2015

Ηλικιωμένοι πολιτικοί «προστάτες»


 


Αν αληθεύουν τα αποτελέσματα των πρόσφατων δημοσκοπήσεων, τμήμα του ελληνικού εκλογικού πληθυσμού θα βοηθήσει τους επαγγελματίες της πολιτικής εξουσίας στην Ελλάδα να κερδίσουν το στοίχημα που έβαλαν με τον εαυτό τους, και μεταξύ τους, ότι ο ελληνικός λαός θα ξαναμπεί στη θέση του νηπίου, που εμπιστεύεται τον … καλό ηλικιωμένο κύριο: κύριο επειδή είναι ηλικιωμένος, καλό επειδή είναι ηλικιωμένος, και ηλικιωμένο επειδή είναι … ηλικιωμένος. Όλοι οι ενήλικοι ψηφοφόροι υποτίθεται, όμως, οφείλουν να ξέρουν ότι οι ηλικιωμένοι δεν είναι πάντα κύριοι, δηλαδή πάντα καλοί. Είναι απλώς … ηλικιωμένοι!
Αν χρειαστεί να θυμηθώ τους ηλικιωμένους, εξ ορισμού «καλούς κυρίους» της ελληνικής πολιτικής ζωής, θα καταλήξω με μια θλιβερή διαπίστωση: από τον ηλικιωμένο Κ. Καραμανλή μέχρι τον νεαρό ηλικιωμένο (λόγω… οικογενειακής παράδοσης) Κ. Καραμανλή, ο ελληνισμός έχει πέσει θύμα της νηπιακής του αφέλειας οκτώ φορές: Καραμανλής, Ράλλης, Παπανδρέου, Μητσοτάκης (Χ. Φλωράκης), Σημίτης, Καραμανλής, πάλι … Παπανδρέου. Ο «νεανικός» Σαμαράς έκρυβε καλά τη νοοτροπία του παππού των Ελλήνων πίσω από το φαιδρό του χαμόγελο.
Τώρα προαλείφεται για πρωθυπουργός της Ελλάδας ένας ακόμα ηλικιωμένος κύριος, ο κατά λάθος αρχηγός της συντηρητικής παράταξης. Αυτός ήταν η αναγκαστική λύση, που έδωσε η χρεωκοπημένη δεξιά στο δραματικό της αδιέξοδο: ένα ουδέτερο στο εσωτερικό της μέτωπο δοκιμασμένο στέλεχος, το οποίο, αν ο λαός το συνδράμει για να κερδίσει τον Α. Τσίπρα, θα επαναφέρει στο προσκήνιο της πολιτικής εξουσίας όλους τους ηλικιωμένους κυρίους και κυρίες της δεξιάς, που είχαν πέσει στην ανυποληψία μέχρι και τις εκλογές του Ιανουαρίου. Ο ηλικιωμένος Μητσοτάκης, έτσι, που είχε παραμεριστεί από το καθεστώς Καραμανλή – Σαμαρά, θα επανέλθει στην εξουσία μέσω της ηλικιωμένης κόρης του και του «βαθυνούστατου», βαριά γερασμένου νεότερου γιου του. Εξαιρετική προοπτική για το μέλλον ενός γηραιού έθνους, ένα μεγάλο ποσοστό του οποίου ψηφίζει Ν.Δ. από παράδοση, από ισχυρό οικονομικό συμφέρον, από γηρασμένο φρόνημα και από … νηπιακή αφέλεια!
Πρόθυμοι, φυσικά, να συνδράμουν το έργο του ηλικιωμένου Μεϊμαράκη, ως δυνάμει πρωθυπουργού, είναι κάποιοι νεόκοποι αυτόκλητοι κηδεμόνες του ελληνικού λαού: ο γκριζαρισμένος νεανίας του ΠΟΤΑΜΙΟΥ, που έχει μεγάλη πείρα στο … στήσιμο σκηνικών, των εκπομπών του και άλλων, και η συνταξιούχος, πολιτικά υπερήλικη, νεότευκτη αρχηγός του αποστεωμένου, λόγω λαϊκιστικού γήρατος,  ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Οι τρεις αυτοί, μαζί, και τα στελέχη τους τα πολύπειρα στην «αποπλάνηση» ανήλικων, πάνω από τα 40, ψηφοφόρων, είναι έτοιμοι να χαϊδέψουν τρυφερά στο κεφάλι τον ελληνικό λαό, και να πάρουν το χέρι του στα ροζιασμένα από την εξουσία χέρια τους. Πού θα τον οδηγήσουν; Όπου τον πήγαιναν επί δεκαετίες: στα υγρά υπόγεια της εγκατάλειψης επί τέσσερα χρόνια, όσο αυτοί θα απολαμβάνουν τον απαράμιλλο ελληνικό ήλιο, το γαλάζιο του εξουσιαστικού τους στερεώματος, την ευωχία της πολιτικής τους επιτυχίας, τα αχόρταγα πολιτικά τους γηρατειά…
Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού επίσης, δυστυχώς, θα εμπιστευτεί τον γηραλέο εκπρόσωπο των αηδιαστικών ενστίκτων κάποιων πρόστυχων ηλικιωμένων, οι οποίοι ευωχούνται όταν εξουσιάζουν τη συνείδηση και τις ζωές και τα σώματα αφελών θιασωτών του φασιστικού εξουσιαστικού προτύπου. Ο εν λόγω «αρχηγός», συνεπικουρούμενος από τους επιδεικνύοντας υπερβάλλοντα ζήλο, για λόγους προσωπικής εγωπάθειας, «μπιστικούς» του, θα στερήσει από το εκλογικό ελληνικό σώμα ζωτικές του λειτουργίες, και θα τις δώσει χάρισμα στους προαναφερθέντες ηλικιωμένους πολιτικούς ταγούς, τους προαιώνιους διαφεντευτές της δύσμοιρης ελληνικής φυλής.    
Τέλος, ο ηλικιωμένος πρώην επαναστάτης αριστερός, πρώην «συστημικός» υπουργός και νυν λαϊκιστής αριστερός αρχηγός, με τα λευκά γένια και τα κατάμαυρα μαλλιά, έχει επιστρατεύσει κι αυτός όλη του τη «μεστωμένη γοητεία», για να προκαλεί στους περισσότερους έντονο αίσθημα αμηχανίας και σε κάποιους την εμπιστοσύνη μιας αριστεριστικής νεανικότητας, υπεύθυνης για την ακύρωση της πρώτης, πραγματικά νέας, αριστερής κυβερνητικής προσπάθειας.
Σταματώ, όμως, εδώ. Η αποφορά απ’ όλο αυτό το πολιτικό γήρας μου προκάλεσε, ήδη, το έντονο αίσθημα ενός αλγεινού μετεωρισμού, και θέλω να αποφύγω τη συνήθη κατάληξη της ναυτίας. Το βιολογικό γήρας είναι μια ωραία ευκαιρία που δίνει η φύση στον άνθρωπο να αισθανθεί καλύτερος, απαλλαγμένος από παθολογικές εμμονές μιας ζωής που μας προκαλεί διαρκώς φαιδρές προσδοκίες. Το πολιτικό γήρας, ωστόσο, που περιέγραψα πιο πριν, είναι ανθρώπων που δεν απαλλάσσονται από την έμμονη μωρία της φιλοδοξίας τους να εξουσιάζουν τους συμπατριώτες τους, επειδή, σκέφτονται για τον εαυτό τους, είναι καλύτεροι, σοφότεροι, εμπειρότεροι από αυτούς· ίδιοι πολιτικοί μας πατέρες, που αναλαμβάνουν την πατρική εξουσία πάνω μας μετά τους φυσικούς μας γεννήτορες. Το χειρότερο: επειδή αρκετοί ψηφοφόροι – νήπια τους το ζητούν…

Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου 2015

Σκέψη και πολιτική

Κάθε αλήθεια είναι ένα μεγάλο ψέμα. Μα πώς; Όταν ο ουρανός είναι καθαρός, ας πούμε, δεν βρέχει. Κι αν είναι ημέρα, ο ήλιος λάμπει! Και το αντίστροφο. Τι πιο αληθινό από αυτό! Τι πιο ψεύτικο… Η αλήθεια παραπλανά. Για το ψέμα μπορούμε, μόνο, να είμαστε σίγουροι: για το ψέμα της αλήθειας.
Ποτέ η ημέρα δεν είναι ημέρα, ακόμα κι αν είναι! Είναι ημέρα της νύχτας. Το ίδιο η νύχτα: νύχτα της ημέρας. Έτσι με όλα τα ανθρώπινα. Η ζωή η ίδια δεν είναι ζωή. Είναι ζωή του θανάτου. Κι ο θάνατος είναι θάνατος της ζωής. Η τυπική λογική αληθεύει μόνο στα σύμβολα. Στην πραγματικότητα του ανθρώπου διαψεύδεται. Ποτέ το ίδιο, για τον άνθρωπο, δεν είναι ο εαυτός του. Πάντα είναι κάτι άλλο.
Έτσι αρχίζει η ίδια η σκέψη, η Φιλοσοφία. Τα πράγματα, ο άνθρωπος το ξέρει, ή το υποψιάζεται, δεν είναι ίδια με τον εαυτό τους. Ή, μάλλον, είναι ίδια ως κάτι άλλο. Αυτό προσπαθούμε να καταλάβουμε. Πώς γίνεται το σημαντικό τη μια στιγμή να είναι ασήμαντο την άλλη, το όμορφο τη μια να είναι άσχημο σε λίγο, το μεγάλο σήμερα να μικραίνει αύριο, το σωστό χθες να είναι λάθος σήμερα, το δίκαιο στη μια περίπτωση να είναι άδικο στην άλλη. Έτσι αρχίζει και συνεχίζει η σκέψη.
Και πώς τελειώνει; Γνωρίζει τέλος ή αποτέλεσμα αυτή η προσπάθεια του νου να συμβιβάσει τις μορφές που παίρνουν όσα κάνουν εντύπωση στον άνθρωπο; Ποτέ! Ο άνθρωπος ζει με εντυπώσεις. Η συνείδησή του μοιάζει με το χώμα που μουσκεύει και στεγνώνει. Το χώμα είναι το ίδιο και μαζί άλλο. Και αλλάζει μαζί με τον καιρό, που είναι ήλιος και βροχή…
Έτσι το άδικο, ας πούμε, είναι αυτό που γίνεται ένα πράγμα στη συνείδησή μας, η εντύπωση που μένει· η βροχή που πέφτει, το χώμα που μουσκεύει. Μετά βγαίνει ήλιος, το χώμα στεγνώνει. Άλλες εντυπώσεις, άλλες ιδέες…
Αυτό κάνει τον άνθρωπο πολιτικό ζώο επίσης, είτε ασχολείται με την πολιτική είτε όχι. Οι εντυπώσεις! Ένστικτο αυτοσυντήρησης, άμυνας είναι η πολιτική. Είναι η αυθόρμητη αντίσταση στην αλλαγή, είναι η στάση που θέλουμε να κάνουμε όταν όλα γύρω μας κινούνται, και μαζί τους οι εντυπώσεις.
Μοιάζει, από την άποψη αυτή, η πολιτική με τη σκέψη. Είναι, και τα δύο, κίνηση στάσης, μια στάση στην κίνηση, αντίσταση στο ρεύμα των πραγμάτων που αλλάζουν και των εντυπώσεων που τρέχουν. Σκέψη και πολιτική είναι (συμ)μετοχές μη αμέτοχων ανθρώπων, που αντιστέκονται στην αλλαγή. Όσοι δεν προλαβαίνουν ν’ αντισταθούν, στη σκέψη και/ή με την πολιτική, εκτοπίζονται… Παρακολουθούν, όπως το χώμα, μια τη βροχή και μια τον ήλιο, αποσβολωμένοι μπροστά στο ψέμα της αλήθειας…